Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Σήμερα θα μιλήσουμε για τον καιρό

Έτσι όπως έχουν συσσωρευτεί τόσα τουρτουρίσματα τόσες μέρες γύρω μου, με έκαναν να θυμηθώ μια νύχτα στην Αγγλία πριν από τρια-τέσσερα χρόνια.
‘Ηταν νομίζω Νοέμβρης, γύρω στις 10 το βράδυ. Γυρνούσα από το ψιλικατζίδικο, φορτωμένη με ένα γάλα. ‘Έκτακτη ανάγκη για το πρωί’, ίσως σκεφτείς, αλλά θα σε στεναχωρήσω γιατί ο πραγματικός λόγος της εξόρμησης είναι ότι γενικά είμαι τρελή και παίρνω τους δρόμους σε ακραίες καιρικές συνθήκες όπως κατακλυσμούς, χιόνια και 15 μποφόρ (εξαιρείται ο καύσωνας, οπότε και μένω στο σπίτι με κλειστά μπατζούρια να βρίζω το φαινόμενο του θερμοκηπίου). Το να περπατάω όταν όλοι οι άλλοι είναι μπροστά στην τηλεόραση με καφέ, ζέστη και τα λοιπά και χουχουλιάζουν, το βρίσκω κινηματογραφικά ρομαντικό. Το παραπάνω δεν ισχύει αν έχω καλή παρέα για χουχούλιασμα, οπότε το να δω κάποιον από το παράθυρο να περπατάει μόνος του μες στο κρυο το βρίσκω κινηματογραφικά πρωτόγονο και βλακώδες!

Περπατούσα σε μια κεντρική λεωφόρο, χωρίς κανένα αυτοκίνητο σε ακτίνα χιλιομέτρου. ‘Η τουλάχιστον, μπορεί να υπήρχε και να μην το έβλεπα εγώ από την τόσο πυκνή ομίχλη. Ο δρόμος φώτιζε με κάτι χαμηλά κίτρινα φώτα που σε κάνουν να κοιτάς συνέχεια πίσω από τον ώμο σου μήπως πεταχτεί κανένα χέρι με μαχαίρι. Θυμάμαι ακόμα την αίσθηση του να μην έχω το κουράγιο ούτε να τρέμω. Είχα βάλει πέμπτη ταχύτητα και σχεδόν έτρεχα να ξανακλειστώ στο σπίτι μου, πριν πεθάνω πάνω στο δρασκελισμό και με βρούν την άλλη μέρα παγωμένη στη μορφή του δρομέα απέναντι από το Χίλτον. Το κρύο μού έκαιγε τα πνευμόνια. Τα χέρια μου είχαν ξυλιάσει, αφού τα πλεκτά μου γάντια μπάζανε σα να μην υπήρχαν. Μεγάλη απάτη τα πλεκτά γάντια τελικά, από τότε δεν ξαναφόρεσα. Το μόνο που έλειπε εκείνη την ώρα ήταν κάποιος να του ψιθυρίσω “Jack, there is a boat… Jack!”.
Στη γωνία πριν στρίψω για το στενό μου είδα έναν άστεγο άντρα, γύρω στα 40. Φαινόταν για 60. Δεν ξέρω αν τον λέγανε Jack, εγώ πάντως ένιωσα άθλια που δεν είχα βάρκα. Δεν ήταν μόνος, ήταν άλλοι τρεις μαζί του. Είχαν πιάσει όλοι μαζί το πόστο τους στην κλειστή είσοδο ενός μεγάλου καταστήματος, κι όπως κάθε βράδυ πίνανε μπίρες και γελούσαν. Ο ένας σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει στο πεζοδρόμιο για αποτσίγαρα. Βρήκε ένα και μετά το πήγε στην παρέα του, οπότε και ζητωκραυγάσανε όλοι μαζί ημιμεθυσμένα. Θα καπνίζανε τη γόπα όλοι μαζί και μετά θα κοιμόντουσαν εκεί. Κι εγώ; Εγώ είχα το θράσος να κρυώνω που βγήκα 15 λεπτά έξω από το σπίτι.
Γύρισα και αφού μετά από προσπάθεια κατάφερα να ανοίξω την κοκαλωμένη μου γροθιά και να απεγκλωβίσω τη σακούλα με το γάλα, άνοιξα τον υπολογιστή. Από περιέργεια μπήκα να δω τον καιρό και είδα πως η θερμοκρασία εκείνο το βράδυ θα έπεφτε στους -8. Για να παρηγορηθώ είδα και τη θερμοκρασία στην Αγία Πετρούπολη. Θα έπεφτε στους -30. Ουφ, εκεί άρχισα να ζεσταίνομαι κάπως…


Οπότε πού καταλήγουμε; Στο να μην ξανακούσω κανένα να μου λέει ότι κάνει κρύο, όταν βγαίνει για 2 λεπτά από το αυτοκίνητο για να μπει στο μαγαζί-φούρνο και έξω έχει 6 με 9 ολόκληρους βαθμούς. Και να ακούω παράπονα όπως “δεν υποφέρεται ο κωλόκαιρος”, όπως άκουσα σήμερα. Είναι χειμώνας και εσύ είσαι γεννετικά προγραμματισμένος να επιβιώνεις σε πολύ χειρότερες συνθήκες. Η φύση σού δείχνει τις τελευταίες ανάσες της, μην τη σνομπάρεις άλλο για να μην της δείξεις και συ τις τελευταίες δικές σου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Are you talking to me?