Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Σήμερα θα μιλήσουμε για τον καιρό

Έτσι όπως έχουν συσσωρευτεί τόσα τουρτουρίσματα τόσες μέρες γύρω μου, με έκαναν να θυμηθώ μια νύχτα στην Αγγλία πριν από τρια-τέσσερα χρόνια.
‘Ηταν νομίζω Νοέμβρης, γύρω στις 10 το βράδυ. Γυρνούσα από το ψιλικατζίδικο, φορτωμένη με ένα γάλα. ‘Έκτακτη ανάγκη για το πρωί’, ίσως σκεφτείς, αλλά θα σε στεναχωρήσω γιατί ο πραγματικός λόγος της εξόρμησης είναι ότι γενικά είμαι τρελή και παίρνω τους δρόμους σε ακραίες καιρικές συνθήκες όπως κατακλυσμούς, χιόνια και 15 μποφόρ (εξαιρείται ο καύσωνας, οπότε και μένω στο σπίτι με κλειστά μπατζούρια να βρίζω το φαινόμενο του θερμοκηπίου). Το να περπατάω όταν όλοι οι άλλοι είναι μπροστά στην τηλεόραση με καφέ, ζέστη και τα λοιπά και χουχουλιάζουν, το βρίσκω κινηματογραφικά ρομαντικό. Το παραπάνω δεν ισχύει αν έχω καλή παρέα για χουχούλιασμα, οπότε το να δω κάποιον από το παράθυρο να περπατάει μόνος του μες στο κρυο το βρίσκω κινηματογραφικά πρωτόγονο και βλακώδες!

Περπατούσα σε μια κεντρική λεωφόρο, χωρίς κανένα αυτοκίνητο σε ακτίνα χιλιομέτρου. ‘Η τουλάχιστον, μπορεί να υπήρχε και να μην το έβλεπα εγώ από την τόσο πυκνή ομίχλη. Ο δρόμος φώτιζε με κάτι χαμηλά κίτρινα φώτα που σε κάνουν να κοιτάς συνέχεια πίσω από τον ώμο σου μήπως πεταχτεί κανένα χέρι με μαχαίρι. Θυμάμαι ακόμα την αίσθηση του να μην έχω το κουράγιο ούτε να τρέμω. Είχα βάλει πέμπτη ταχύτητα και σχεδόν έτρεχα να ξανακλειστώ στο σπίτι μου, πριν πεθάνω πάνω στο δρασκελισμό και με βρούν την άλλη μέρα παγωμένη στη μορφή του δρομέα απέναντι από το Χίλτον. Το κρύο μού έκαιγε τα πνευμόνια. Τα χέρια μου είχαν ξυλιάσει, αφού τα πλεκτά μου γάντια μπάζανε σα να μην υπήρχαν. Μεγάλη απάτη τα πλεκτά γάντια τελικά, από τότε δεν ξαναφόρεσα. Το μόνο που έλειπε εκείνη την ώρα ήταν κάποιος να του ψιθυρίσω “Jack, there is a boat… Jack!”.
Στη γωνία πριν στρίψω για το στενό μου είδα έναν άστεγο άντρα, γύρω στα 40. Φαινόταν για 60. Δεν ξέρω αν τον λέγανε Jack, εγώ πάντως ένιωσα άθλια που δεν είχα βάρκα. Δεν ήταν μόνος, ήταν άλλοι τρεις μαζί του. Είχαν πιάσει όλοι μαζί το πόστο τους στην κλειστή είσοδο ενός μεγάλου καταστήματος, κι όπως κάθε βράδυ πίνανε μπίρες και γελούσαν. Ο ένας σηκώθηκε και άρχισε να ψάχνει στο πεζοδρόμιο για αποτσίγαρα. Βρήκε ένα και μετά το πήγε στην παρέα του, οπότε και ζητωκραυγάσανε όλοι μαζί ημιμεθυσμένα. Θα καπνίζανε τη γόπα όλοι μαζί και μετά θα κοιμόντουσαν εκεί. Κι εγώ; Εγώ είχα το θράσος να κρυώνω που βγήκα 15 λεπτά έξω από το σπίτι.
Γύρισα και αφού μετά από προσπάθεια κατάφερα να ανοίξω την κοκαλωμένη μου γροθιά και να απεγκλωβίσω τη σακούλα με το γάλα, άνοιξα τον υπολογιστή. Από περιέργεια μπήκα να δω τον καιρό και είδα πως η θερμοκρασία εκείνο το βράδυ θα έπεφτε στους -8. Για να παρηγορηθώ είδα και τη θερμοκρασία στην Αγία Πετρούπολη. Θα έπεφτε στους -30. Ουφ, εκεί άρχισα να ζεσταίνομαι κάπως…


Οπότε πού καταλήγουμε; Στο να μην ξανακούσω κανένα να μου λέει ότι κάνει κρύο, όταν βγαίνει για 2 λεπτά από το αυτοκίνητο για να μπει στο μαγαζί-φούρνο και έξω έχει 6 με 9 ολόκληρους βαθμούς. Και να ακούω παράπονα όπως “δεν υποφέρεται ο κωλόκαιρος”, όπως άκουσα σήμερα. Είναι χειμώνας και εσύ είσαι γεννετικά προγραμματισμένος να επιβιώνεις σε πολύ χειρότερες συνθήκες. Η φύση σού δείχνει τις τελευταίες ανάσες της, μην τη σνομπάρεις άλλο για να μην της δείξεις και συ τις τελευταίες δικές σου.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2010

Talk to the hand

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: Στην (ψιλοαποτυχημένη) προσπάθεια του προσαρμόζεσθαι στην κοινωνία

Κόρη. Σε απόγνωση. Μετά από 4 χρόνια μακριά από το σπίτι -μιλάμε για πολύ μακριά όμως, σε άλλη χώρα, για να μη σου πω σε άλλο πλανήτη-. Ζητάει λίγη κατανόηση όταν οι γονείς την παίρνουν στις 11.30 κάθε βράδυ να δουν αν ζει ακόμα σ’αυτήν τη δύσκολη κοινωνία της πρωτεύουσας που διάλεξε να εργασθεί. Δηλαδή, για να καταλάβω, όταν ζούσα μόνη στο εξωτερικό και ο από πάνω μου ήταν μεθύστακας και έμπαινα στην πολυκατοικία και τον έβλεπα κατουρημένο και σε κώμα, φαρδύ-πλατύ να κείτεται χάμω, και ο από κάτω χασικλής να σαπίζει την κοπέλα του ήμουν πιο ασφαλής από δω που έχω 100 συγγενείς γύρω γύρω. Γι′αυτό με παίρνανε μέρα παρά μέρα για 5 λεπτά. ΟΚ, λογικό μου ακούγεται.

Φίλη. Ή αλλιώς MidnightRider. Που εδώ ακόμα και εσύ έχεις καταλάβει ότι ακούει ξένα. Τη σέρναν τις προάλλες στο Χατζηγιάννη. Να ακούσει την πολυκατοικία. Και να βλέπει τους άλλους να μερακλώνουν με μισόκλειστα μάτια και να λένε “Πωωωωωωωωωωωωωωωω! Τι έγραψε ο άνθρωπος…”. Και να συμπληρώνω “πίσω μου σ’έχω σατανά”. Πάλι καλά δε με άκουγαν γιατί ήταν στο ντελίριο. Και ok, εγώ να δεχτώ ότι ο τύπος δεν είναι και το άκρον άωττο του thrash, ελληνιστί “την παλεύει″, και ένα κέφι βρε παιδί μου παραδέχομαι ότι το έκανε στην τελική. Όταν εγώ θα ζητάω έναν άνθρωπο να με πάει στους Metallica όμως, θα έχουν όλοι κανονίσει. Και θα λένε ότι αυτό που ακούω δεν είναι καν μουσική. Αλτρουιστικό μου ακούγεται.

(Αξίζει να σημειωθεί ενδεικτικός σουρεάλ διάλογος με άλλη φίλη σε αμάξι:

Φίλη: Βάλε κανένα τραγουδάκι στο ραδιόφωνο οδηγέ να κάνουμε λίγο κέφι.
Ραδιόφωνο: “Μη ρωτάς το γιατί η αγάπη αυτή έχει τώρα τελειώωωωσει, η αγάπη η τόοοοοση”
Aphtha: ‘Αλλαξέ το ρε άνθρωπε, 4 το ξημέρωμα, ανατρίχιασα.
Ραδιόφωνο: “Χτσσσσσσσσσσσσσσς…Μπλαμπλαμπλα…Σώσον κύυυυυριε το λαόοοο σου…Χτσσσσσσς…….Υποφέεεεερω, υποφέεερω, υποφέεεεερω πολύυυυυ”
Aphtha: Άλλο, άλλο, αν είναι για τέτοια προτιμώ εκκλησία.
Ραδιόφωνο: “Χτσσσσσς…This is our night , FLY! to the top babeeeee” (τα αμορτισέρ τα έχουν δεί όλα από τους χορούς και των υπολοίπων τεσσάρων)
Aphtha: Ρε συ ξέρεις τι, δε βάζεις ΕΡΑ ΣΠΟΡ;
Φίλη: ΔΕ ΣΟΥ ΑΡΕΣΕΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ Ε;;;;;;;
Aphtha: ….Εχμμμ,μπα όχι πολύ μωρέ…….. )

Γκόμενα. Άστο. Μπάχαλο μου ακούγεται.

Θεία. Δίχρονης ατακαδόρισσας που με μια της φράση σε κάνει να ψάχνεσαι. Χαρούμενη όταν τη βλέπω υγιή, ευτυχισμένη όταν ακούω το γέλιο της. Έχω και κάτι κυριολεκτικά άγιο στην καθημερινότητά μου, που με κάνει να λέω ότι ο θεός είναι όντως one of us. Λυτρωτικό μου ακούγεται.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2: Περιγράφοντας την τρίτη ηλικία – part 1


Υπάλληλος φαρμακοποιός
. Ζητάει λίγη κατανόηση όταν η ώρα πλησιάζει στο σχόλασμα. Γιατί, γιαγιά, μπορεί εσύ να τραβάς μεγάλο ζόρι που θυσίασες τα φτηνά μεσημεριανά της λαϊκής για να έρθεις να πάρεις τα φάρμακά σου μεσημέρι (γιατί τώρα μπορούσε ο γιατρός) και έπεσες σε ουρά γιατί κι άλλες γιαγιάδες έκαναν το ίδιο με σένα (γουότ δε φακ, άδεια ήταν σήμερα η λαϊκή κατά τις 2;), αλλά εγώ τι φταίω και με λες αργόσχολη όταν πληκτρολογώ πιο γρήγορα και από τη Βουγιουκλάκη στη Μοντέρνα Σταχτοπούτα; Και έχω στείλει και τον άλλο τον κακομοίρη να φέρει τα φάρμακά σου προτού καν πάρω στο χέρι τη συνταγή, έχοντας μαντέψει με το μάτι ότι χμμ…εσύ έχεις πρέπει νάχεις πίεση, μην τυχόν και χάσεις χρόνο και χάσεις τους τίτλους της Λαμπίρη (αυτή η χαρά σου απέμεινε και σένα, το ξέρω). Κάπου εκεί κάνεις τουμπεκί ψιλοκομμένο και δεν ανοίγεις το στόμα σου ούτε για να της ζητήσεις να υπογράψει ότι τα πήρε. Μη με ρωτήσεις τι είναι το τουμπεκί, δεν ξέρω. Ξέρω όμως τη μαγική αποχαιρετιστήρια φράση: Στο καλό να πάτε! Με όποια εξήγηση κι αν το εννοείς. Ανακουφιστικό μου ακούγεται.


Περιγράφοντας την τρίτη ηλικία- part 2

Εγγονή. Φιου, έχουμε κι αυτό…Εδώ έχει ψωμί!Κυριολεκτικά. Οι παρενθέσεις δε συμμετείχαν στο διάλογο. Δώσε βάση στην ποικιλία των θεμάτων συζήτησης:

Σκηνή1: Πρωί. Πολύ πρωί. Ξεκλειδώνω το αμάξι. Το μόνο που με κρατάει σε πολιτισμένα επίπεδα είναι ένας καφές αλλά τι να σου κάνουν 250ml ρημάδια; Φωνή από το μπαλκόνι.” Τι θα φας το μεσημέρι;;;”. “Καλημερα!Κάτι θα βρω να φάω”.”Δε με καταδέχεσαι;” “Το ψυγείο έχει κάτι προμήθειες εδώ και μια βδομάδα, αφού έφαγα χθες και προχθές και προπροχθες τα δικά σου, να φάω σήμερα τα δικά μου πριν γίνουν μη βρώσιμα κουφάρια;” “Αφού εσύ δεν ξέρεις να μαγειρεύεις” “(μια χαρά ξέρω)Δεν πειράζει, πρέπει να μάθω τότε, πως θα ανοίξω σπίτι;” “Ε,καλά, εντάξει τότε, αν είναι έτσι…” Φεύγω.

Σκηνή2: Μεσημέρι. Κλειδώνω το αμάξι. Φωνή από το μπαλκόνι. “Τι θα φας για μεσημέρι;;;” “Πάω τώρα μέσα να δω. Εσύ καλά είσαι;” “Δεν είσαι κουρασμένη τώρα πουλάκι μου; Αλλά αφού δε με καταδέχεσαι, κάτσε μαγείρευε τώρα κουρασμένη πουλάκι μου” “Δεν είναι ότι δε σε καταδέχομαι βρε γιαγιά, είναι ότι θα μου σαπίσουν τα τρόφιμα (και ότι στο κάτω κάτω θέλω να φάω Ο,ΤΙ θέλω και ΟΠΟΤΕ το θέλω- αυτό να παραμείνει μεταξύ μας φίλε αναγνώστη)” “Καλά”

Σκηνή3: Απόγευμα. Φαγωμένη. Δε θέλω να ξαναδώ φαί μέχρι μεθαύριο. Εκτός αν είναι σουβλάκι, αν και από χθες αποφάσισα να τα κόψω κι αυτα (η πρόοδος μου σε άλλο ποστ). Τηλέφωνο. “Τι έφαγες το μεσημέρι;” “Καρμπονάρα” “Α εσύ κάνεις αυτά τα καινούρια..Πρόσεξε μην παχύνεις. Αλλά ούτε και να αδυνατίσεις. Μια χαρά είσαι τώρα. Να σου κάνω πορτοκαλαδίτσα;” “Μπα, έφαγα ένα μήλο” “Δε με καταδέχεσαι,γέρασα,mplamplampla&**%&&)^ (συνεχίζει μονόλογος που ακούγεται σα βουιτό)” “Δεν είναι αυτό, είναι ότι (όσο και να σου φαινεται απίστευτο) απλά δε θέλω πορτοκαλάδα. Τελειώνω μια δουλειά που κάνω και έρχομαι να κάτσουμε λίγο παρέα.” “Εντάξει, πουλάκι μου. Έλα κατά τις 7 να σου έχω έτοιμο κέικ”. Κλείσιμο.

Αυτό δε μου ακούγεται τίποτα. Γιατί ξέρω ότι θα έρθει κάποια σύντομη μέρα που μαζοχιστικά θα μου λείπει και δε θα μπορώ να το έχω. Και τότε λέω μέσα μου “καλά νάμαστε”. Και να δεις που το 2070, αν δεν είμαι σκόνη, το εγγόνι μου θα ανεβάζει τους παραπάνω διαλόγους αυτούσιους και προσωπικά βιωμένους. Και μετά πάω να φάω το κέικ.

ΥΓ: Το cd με το συγκεκριμένο να το έχω λιώσει εδώ και 20 μέρες. Πάλι το άκουγα στο αμάξι σήμερα γυρνόντας από τη δουλειά, οπότε ας το ανεβάσω κι εδώ ώστε να ολοκληρωθεί η κατάληψή του. Κάλλιο αργά παρά ποτέ!



Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Πράξεις

Οι γιορτές είναι μια πράξη προσθετική. Πατάμε το pause στην καθημερινότητα και προσθέτουμε δώρα, ψεύτικα καθωσπρέπει χαμόγελα και, κυρίως, προσδοκίες στη ρουτινιάρικη ζωή μας. Το άθροισμα μάς δίνει μια χιονοστιβάδα προσδοκιών, τις οποίες κάνουμε gift box και τις ονομάζουμε “μεγάλες προσδοκίες”. Δεν είναι τυχαίο που στο ομότιτλο μυθιστόρημα η αφήγηση ξεκινάει από παραμονή Χριστουγέννων. Μετά τις γιορτές αντιθέτως ακολουθεί η διαίρεση, δηλαδή διαιρούμε τις υπάρχουσες προσδοκίες μας σε κομμάτια και το μεθεόρτιο αυτό πηλίκο το ονομάζουμε “κομματιασμένες προσδοκίες”. Δυστυχώς γι′αυτό δε γράφτηκε κάποιο μυθιστόρημα για να σε εντυπωσιάσω.

Προσωπικά έχω δει τις γιορτές με αντι-μαθηματικό μάτι. Δεν περιμένω τίποτα να μου δώσουν και δεν περιμένουν τίποτα να τους δώσω. Ισχύει για γενέθλια, Πάσχατα, Αγίους Βαλεντίνους (μεγάλη η χάρη του), καθαρές Δευτέρες, βρώμικα Σάββατα (μάλλον δεν ακούστηκε τόσο kinky όσο θάθελα) κλπ κλπ. Fair enough. Συνέπεια του προηγουμένου είναι ότι δε νιώθω γιορτές καν. Τα Χριστούγεννα είναι η μια και μοναδική εξαίρεσή μου που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Damn. Τα φωτάκια κάνουν τη ζημιά. Έχω μια ειδική αρρώστια που λέγεται χριστουγεννιάτικη επιληψία. Η καρδιά μου σκιρτάει περίεργα όταν βλέπω δεντράκια με φωτάκια και λοιπές αηδιούλες. Ίσως επειδή μου θυμίζει το 40 πόντων δεντράκι που στόλιζε η μαμά μου όταν ήμουν 5χρονών, συνοδευόμενο από μια 40 πόντων φελιζολένια φάτνη με χάρτινο Χριστό στην αγκαλιά μιας χάρτινης Παναγίας. Κιτς το θέαμα αλλά για μένα ήταν τα πιο όμορφα στολίδια του κόσμου. Πάθαινα ταχυπαλμία και έτρεχα πάνω κάτω στο σπίτι αλλαλάζοντας ότι ήρθαν τα Χριστούγεννα. Οι γείτονες είχαν σκεφτεί να μου ρίξουν φόλα.

Τα αποτελέσματα είναι τραγικά και αναμενόμενα. Μετά τα Φώτα και για αρκετό καιρό, καλή ώρα, νιώθω την κλασσική βλακεία ότι now what?. Οι κομματιασμένες προσδοκίες που λέγαμε, εκ των οποίων δεν ξεφεύγω μέχρι να τελειώσει ο Γενάρης και να μπουν οι γερές εκπτώσεις στα μαγαζιά ώστε να αποπροσανατολιστώ και να ξεχαστώ πάλι για 12 μήνες. Εκεί που μου σπάει η καρδιά για τα καλά είναι όταν ξεστολίζω το δέντρο. Φέτος έκανα όμως την επανάστασή μου. Δε στόλισα καν δέντρο για να μην αναγκαστώ να ξεστολίσω δέντρο. Πανέξυπνο; Έλα, φέρσου ευγενικά και πες ναι! Αποφάσισα ότι στο εξής Χριστούγεννα= παραπάνω ύπνος και τίποτα άλλο. Οι γονείς-μουσαφήρηδες από το χωριό δεν τσινίσανε ιδιαίτερα για ανοικοκυροσύνη (μιλάω για το δέντρο συγκερκιμένα φυσικά, δε γενικεύω τέτοιες δηλώσεις προς Θεού!), κάνοντάς μου το εγχείρημα πιο εύκολο. Οπότε no Martini, no party ήταν οι φετινές γιορτές και δες με, επέζησα και γράφω ακόμα. Απλά δεν είμαι πια παιδί. Λογικά όμως αυτό είναι προσωρινό και θα ξαναγίνω παιδί όταν κάνω δικό μου παιδί και ξαναστολίσω δέντρο προκειμένου να το δω να χαμογελάει και να τρέχει πάνω κάτω στο σπίτι αλλαλάζοντας ότι ήρθαν τα Χριστούγεννα, κάνοντας τους γείτονες να θέλουν να του ρίξουν φόλα. Δεν ξέρω αν εννοείς τι εννοώ. Λέγεται και κύκλος ζωής, ενδιαφέρον sountrack του οποίου μπορείς να βρεις στο Βασιλιά των λιονταριών, που τυχαίνει να είναι η αγαπημένη μου ταινία.

*

Κρατούμενο πρώτο
Θα το κατάλαβες και μόνος σου, το ποστ αυτό δεν είναι της ώρας όπως θα έπρεπε, αλλά το διαβάζεις με χρονοκαθυστέρηση. Όταν το έγραψα η AV έκανε κούρα ομορφιάς οπότε για να μην το πετάω στο χρονοντούλαπο της ιστορίας (κλισεδούρα που πάντα έψαχνα αφορμή να χρησιμοποιήσω) το ανεβάζω τώρα κι ας κοντεύει Πάσχα. Στο κάτω κάτω και στη δουλειά την πρωτοχρονιάτικη πίτα προχθές την κόψαμε, οπότε κάνε το σταυρό σου και μη μιλάς καθόλου! Αύριο ετοιμάσου για αφιέρωμα στην 28η Οκτωβρίου.

Κρατούμενο δεύτερο
Παρακαλώ την AV, ακόμα δεν αρχίσαμε, αν έχει κάτι να μου πει για το blog που επεδίωξα να ανοίξω να μου το πει στα ίσια και να μη ρίχνει όλο το site και παίρνω στο λαιμό μου κι άλλα παιδιά!! Πάλι καλά δηλαδή που εγώ είχα δυο αναρτήσεις όλες όλες και δεν έφαγα τη φρίκη όσων είδαν καταθέσεις ετών να τις τρώει η μαρμάγκα, έστω προσωρινά όπως τελικά απεδείχθη! Παρεμπιπτόντως, οι αλλαγές είναι πολύ ωραίες και αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στο παιδί με τους καφέδες (aka admin). Απλά, η προσωπική μου άποψη που κανείς δε ζήτησε, και την οποία συμμερίζεται χρόοονια τώρα και ο Καλλίρης, είναι ότι ο νέος είναι ωραίος μα ο παλιός είναι αλλιώς. Σύντομα βέβαια το νέο layout θα γίνει κι αυτό παλιό και θα μπορώ τότε να τα συγκρίνω επί ίσοις όροις, όπως γίνεται πάντα άλλωστε…

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2010

W-a-nderwall

Είναι τραγούδι των Oasis. Απλά γράφεται με O, δηλαδή wonderwall. Wonder σημαίνει θαύμα, wander σημαίνει περιπλανώμαι. Πριν ξυπνήσει ο ελληνάρας μέσα σου και κατηγορήσεις τους συμπαθείς μου Άγγλους και τη γλώσσα τους για έλλειψη φαντασίας στο λόγο (κάτι που ισχύει μεν γενικά, αλλά όχι με αφορμή την προκειμένη), να σου θυμίσω το παράδειγμα του δόλιος και δόλιος. Πολύ ευφάνταστο ε? Πάμε παρακάτω.

Πάντα τα μπέρδευα αυτά τα δυο, το wonder και το wander. Ειδικά όταν τα εξεταζόμουν προφορικά. Κλασσικότατο, ξέρεις δεν ξέρεις κάτι, όταν σε ρωτάνε φάτσα φόρα και πιέζεσαι να αποδώσεις, το μυαλό μπλοκάρει και οι ήχοι βγαίνουν ακανόνιστοι. Η πρώτη και ελαφριά περίπτωση είναι καλή ώρα οι εξετάσεις. Έχω πει άφταστες κοτσάνες έτσι, για παράδειγμα ότι το αγαπημένο μου ζώο στο χωριό είναι η monkey αντί για donkey (κάνοντας τους εξεταστές να ψάχνονται για το αν είμαι από τον Αμαζόνιο, or something) ή άλλα που αγγίζουν τα όρια του ντροπιαστικού ώστε να τα βγάλω στη φόρα. Οπότε χαλάρωσε, δεν είσαι ο μόνος. Η δεύτερη και πιο βαριά περίπτωση είναι όταν είσαι ερωτευμένος, οπότε και το πρόβλημα δεν εντοπίζεται πλέον στο λεξιλόγιο, αλλά στη σύνταξη, που.χου “Απ’ τα όλα τα σπίτια ποιο το δικό σου είναι, έρθω να σε πάρω να? Ε?” . Αν ο άλλος είναι εξίσου ερωτευμένος ή pokemon, η συζήτηση παίρνει το δρόμο της και το νόημα βρίσκεται. Σε διαφορετική περίπτωση το μόνο που βρίσκεται είναι ο δυσλεκτικός στο σπίτι του μια ώρα αρχίτερα.

Όπως και νάχει, το wanderwall με Α στέκει πιο πολύ για την περίπτωση μου, οπότε και το υιοθετώ. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω τον όρο του τραγουδιού, γιατί η ακριβής μετάφραση ‘τοίχος των θαυμάτων’ για τον δέκτη στον οποίο αναφέρεται ο ποιητής δε με πείθει. Παραπάνω λέει ότι αυτός ο δέκτης τον σώζει. Τι δηλαδή, είσαι ο σούπερ τοίχος μου που με προστατεύει, κάτι σαν αλεξίσφαιρο γιλέκο ένα πράμα; Μπλιάχ, δε μ’αρέσει! Αν τώρα το δούμε σαν ‘τοίχο της περιπλάνησης’, σύμφωνα με τη διασκευή της aphthas, μπορούμε να κάνουμε εικόνα έναν λαβύρινθο μέσα στον οποίο χανόμαστε και μάλιστα όχι απαραίτητα δυσάρεστα, όχι; Ο λαβύρινθος αυτός θα μπορούσε να είναι το μυαλό του. Ή ο αλεξίσφαιρος τοίχος θα μπορούσε να είναι το μυαλό του. Χμμ, πού πάω και τα βρίσκω; Εδώ ο ίδιος ο στιχουργός αναφέρει το wonderwall σαν ‘κάτι που σου φτιάχνει τη μέρα’, ό,τι νάναι δηλαδή, οπότε εγώ θα δώσω την απάντηση;.. Τώρα που το σκέφτομαι, σ’αυτήν τη βερσιόν, αν εννοεί το μυαλό του και το είπε και δημόσια είναι κάμποσο καβαλημένος!

Τελοσπάντων, ο καθένας καταλαβαίνει ό,τι είναι έτοιμος να καταλάβει, και εγώ σε λαβύρινθο βρίσκομαι και ως λαβύρινθο διασκευάζω το στίχο, οκέυ; Ούτως ή άλλως η λέξη δεν υπάρχει στα λεξικά. Πάω μπροστά, τοίχος. Πάω πίσω, τοίχος. Όχι, δεν το κάνω σκόπιμα μετά από παρότρυνση κάποιου (aka “Τοίχο τοίχο να μη σε πετύχω”), απλά έτυχε. Όταν μικρότερη άκουγα τη φράση “είμαι μπερδεμένη” απο γνωστές μου, μου ερχόταν να τις πιάσω από το μαλλί και να τους το βγάλω τρίχα τρίχα. Θεωρούσα πως η φράση αυτή άρμοζε σε ξανθιά καθισμένη σε μπαρ σταυροπόδι, με μίνι ως το λαιμό, απαραιτήτως μασούσας τσίχλα BigBubble και κάνοντας φούσκες παίζοντας τα μαλλιά με τα δάχτυλα. Μόνο σ’αυτήν. Κι όμως, ό,τι κοροιδεύεις το λούζεσαι (αν και ποτέ δεν κορόιδεψα το σαμπουάν μου, αλλά έτσι λέει η έκφραση οπότε εγώ θα την αλλάξω;) και ήρθε η ώρα της πληρωμής. Πλέον η φράση αυτή αρμόζει και σε καστανή που έχει πάρει μόνη της τα βουνά και ατενίζει το άπειρο περιμένοντας το 2012 να της λύσει όλα τα προβλήματα. Oh yes…

Προσφάτως έμαθα ότι τα χρώματα δεν είναι πάντα μαύρο ή άσπρο, και ότι άμα δεν μπορείς να ταυτιστείς με ένα από τα δύο και να βγει κάτι καλό, υπάρχουν και χίλιες δέκα γκρι αποχρώσεις ανάμεσα στις οποίες θα μπορούσες να ισορροπήσεις και να είσαι ευτυχισμένος. Κοίτα, άμα τώρα εσύ είσαι μπλεγμένος με άνω των δύο αυτών χρωμάτων, βγαίνει κάτι ακαθόριστα εμετικό, απροσδιόριστο και πλεονεκτικό στο οποίο παλεύεις να ισορροπήσεις, πράγμα δύσκολο, οπότε μην κλαίγεσαι και αποφάσισε. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα στη ζωή, βάλε προτεραιότητες. Γιατί παίρνει κι αλλους η μπάλα, δε ζεις σε σπηλιά. Και το ξέρω γιατί με διαβάζεις κι έχεις ίντερνετ.

Ανάμεσα σε δύο πράγματα (ή, χειρότερα, αξίες) όμως, είναι πανεύκολο να βρεθείς, και μάλιστα χωρίς να το καταλάβεις. Αυτά τα δυο μπορεί να είναι επαγγελματική ή προσωπική επιτυχία, αγάπη ή έρωτας, μεταπτυχιακό ή δουλειά στρωμένη, πίτσα ή σουβλάκι κτλ κτλ κτλ. Τα περισσότερα από τα παραπάνω διλλήματα δε με αφορούν προσωπικά, απλά τα ανέφερα σαν παραδείγματα. Το ότι δε με αφορούν δε σημαίνει πως θα έδινα τη σωστή απάντηση αν κάποια στιγμή στο μέλλον με αφορούσαν, γιατί συνήθως δεν υπάρχει σωστή απάντηση αλλά εξατομικευμένη απάντηση σ’αυτά τα πράγματα. Στο μόνο από τα αναφερθέντα στα οποία έχω τη σωστή απάντηση και είμαι απόλυτη είναι ‘σουβλάκι′. Γιατί πολύ απλά το σουβλάκι είναι ΠΑΝΤΑ η σωστή απάντηση! Τέλος.-

Και εκεί, που λες, που καθόμουν και τα σκεφτόμουν όλα αυτά μέσα στο αμάξι, σταματημένη στο πιο όμορφο ίσως ύψωμα της Αθήνας, το ράδιο έπαιζε wonderwall. Εγώ προβληματισμένη χάζευα από τη μια τα παρκαρισμένα και θολωμένα αυτοκίνητα δίπλα μου (ως γνωστόν τα καλύτερα σημεία στην Ελλάδα είναι ή γαμηστρώνες ή της εκκλησίας ή συνδιασμός γιατί πολλά σκάνδαλα έχουν βγεί τελευταία), και από την άλλη την υπέροχη θέα, ευγενική χορηγία του πανέξυπνου Θεούλη που τα έφτιαξε όλα τόσο αρμονικά και όμορφα, τη Γαία με το Χάος, με τη μεσολάβηση του Έρωτα, να γεννούν τον Ουρανό …. (Γαία είπα εκλαϊκευτή αναγνώστη, όχι Yeah, αμάν πια μου χαλασες τον ποιητικό οίστρο). Και τότε, ω ναι, κατέληξα στο σοφό -και πρωτότυπο να σημειωθεί!-συμπέρασμα που συνοψίζει τη ζωή μου: ή στραβός είναι ο γυαλός, ή στραβά αρμενίζουμε. Κάπου εκεί έλυσα το χειρόφρενο, έβαλα όπισθεν και έφυγα…

Υ.Γ. Το παρακάτω τραγούδι το αφιερώνω στο μυαλό μου, το οποίο νιώθω σιγά σιγά να απομακρύνεται από μένα και να μου κρατάει μούτρα. Γιατί γλυκό μου;;;;; :P

Today is gonna be the day

That they’re gonna throw it back to you

By now you should’ve somehow

Realized what you gotta do

I don’t believe that anybody

Feels the way I do about you now

Backbeat the word was on the street

That the fire in your heart is out

I’m sure you’ve heard it all before

But you never really had a doubt

I don’t believe that anybody feels

The way I do about you now

And all the roads we have to walk along are winding

And all the lights that lead us there are blinding

There are many things that I would like to say to you

I don’t know how

Because maybe

You’re gonna be the one who saves me?

And after all

You’re my wonderwall

Today was gonna be the day?

But they’ll never throw it back to you

By now you should’ve somehow

Realized what you’re not to do

I don’t believe that anybody

Feels the way I do

About you now

And all the roads that lead to you were winding

And all the lights that light the way are blinding

There are many things that I would like to say to you

I don’t know how

I said maybe

You’re gonna be the one who saves me?

And after all

You’re my wonderwall



Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

Πρώτο μάθημα, γνωριμία στην τάξη: Μπου+λογκ= Blog

Πρώτα απ'όλα να διευκρινίσω ότι η έκθεση δεν ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Οπότε αν ψάχνεις φιλολογικά άρθρα σου δίνεται η ευκαιρία μέχρι το τρια να πατήσεις Alt+F4. Ένα…Δύο…Τρία! Την πάτησες, τώρα εγκλοβίστηκες και πρέπει να διαβάσεις μέχρι το τέλος. Είναι αυτό που λένε be quick or be dead. Στη λιγότερο δραματική εκδοχή του βέβαια. Το παρόν εγχείρημα είναι για σένα που υπάρχεις κάπου εκεί έξω και μπορεί να σκέφτεσαι σαν κι εμένα και που πάντως αυτήν τη στιγμή κάθεσαι στον υπολογιστή και ψάχνεις κάτι να σκοτώσεις την ώρα σου. Το ζουμί τελοσπάντων είναι το τρίπτυχο καινούριος χρόνος-καινούριο blog-κι αμ πώς?, οπότε ας αφήσω τα πολλά και ας σου πω καλό 2010 με υγεία και ισορροπία! Εύχομαι να δείξεις κατανόηση και να μη συγκρίνεις το παρόν με τα υπόλοιπα blogoθηρία εδώ μέσα, γιατί πραγματικά 2-3 μυαλά around με έκαναν να σαστίσω με την ποιότητα που μπορεί να έχει ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο.

Προχωρόντας στο παρασύνθημα, ας συνοψίσω το ιστορικό για το πώς κατέληξα στο άφθα (aphtha), μπας και με γνωρίσεις λίγο καλύτερα από ένα σκέτο '23χρονη φοιτήτρια, ακούει ροκ, τρώει σοκολάτες'. Μη φανταστείς, γύρω στο 2λεπτο έκαψα εγκεφαλικά κύτταρα για τον παραπάνω λόγο, απλά όπως θάχεις παρατηρήσει, τις μεγαλύτερες αποφάσεις της ζωής σου τις παίρνεις μετά απο 2λεπτες-το πολύ-φλασιές που τρως, πλένοντας τα χέρια σου και κοιτώντας τον καθρέφτη, φτιάχνοντας ένα τοστ ή τελοσπάντων κάνοντας κάτι διαδικαστικό και φαινομενικά υπνωτισμένο. Παρόμοια "σημαντική" απόφαση ήταν και η επιλογή nick για το blog. Συνεπώς, προτεινόμενος υπότιλος: η ιστορία ενός nickname. Μου φαίνεται σε 5 χρόνια το ποστ αυτό θα έχει ιστορική αξία-ΟΥΣΤ! :P

Το παραλήρημα ξεκίνησε με πρώτο υποψήφιο το 'koritsi_tou_Mai'. Έφαγε μαύρο μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτων διότι δεν είναι Μάης. Πιο λογικό θάταν να έλεγα το 'κορίτσι του Άη Βασίλη' ή το 'κορίτσι της διπλανής πόρτας', εν πάση περιπτώσει καποιουνού αλλουνού το κορίτσι, πάντως όχι του Μάη.

Δεύτερο προτεινόμενο ήταν το 'Lois_Lane', γιατί πάντα με αναστάτωναν οι ένστολοι, πόσο μάλλον ο Superman, που άρπαζε την κοπελιά πάνω που έκανε την ελεύθερη πτώση και ζούσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Για τους ίδιους λόγους είχα ερωτευτεί μικρότερη και τον Spiderman. Μετά είδα κι απόειδα και άφησα τις κασκαντερικές φιλοδοξίες, κατ'επέκταση και το nick. Πλέον βολεύομαι άνετα και με τη στολή του γιατρού. Ή του φαντάρου. Ή του πυρο-σβέστη, για μεταφορικούς λόγους! Αν είσαι κάτι από τα παραπάνω, άφησε το τηλέφωνό σου στο κοντρόλ. Οι λοιπές στολές/ενδυμασίες (αστυνόμοι, ρεσεψιονίστ, φουρνάρηδες, καθηγητές πανεπιστημίων σε ορκομωσία κ.ο.κ) με αφήνουν ασυγκίνητη και οι ενδεδυμένοι έχουν την ίδια αντιμετώπιση με τους υπολοίπους. Sorry guys.. :P

Τρίτο προτεινόμενο ήταν το 'πρασινοσκούφιτσα'. Έψαχνα μεν κάτι παραμυθένιο, σαν κοριτσάκι και γω, στην πιο παναθηναική του μορφή βέβαια. Απερρίφθη λόγω βλακείας του παραμυθιού. Μα είναι δυνατόν η -σκουφίτσα να συνομιλεί με λύκο? Σε ποιους τα πουλάνε αυτά? Εναλλακτικά υποψήφιο ήταν το 'xrysomallousa+oi_3_arkoudes', αλλά πρώτον δεν είμαι ξανθομαλλούσα με την έννοια του σαντρέ, δεύτερον δεν ξέρω καμία αρκούδα ή έστω άντρα να είναι τόοοοοσο τριχωτός τελοσπάντων, τρίτον μου θύμιζε κάτι αντιπαθητικά sms της γενιάς του '90 του στυλ 'Sagpao pl pl, 4ever2gether,filounia mouts' ή ονόματα σιδηρoδρόμους στο msn 'Simera_tha_pao_na_kano_antavgies_sta_mallia_mou_WOW'. Οι παραπάνω έχουν φάει ban για λόγους αισθητικής και μόνο στο παράθυρο των λιγοστών επαφών μου. Το ίδιο και το nick.

Τώρα που το σκέφτομαι θάταν πιο εύκολο να ήμουν άντρας, θάβαζα σίγουρα κάτι σε -Μπάμπης και θα λυνόταν το πρόβλημα. Τώρα Μπάμπης ο Φλου θάταν, Μπάμπης ο σουγιάς θάταν, δεν ξέρω… ANYWAY! Για να μη μακρυγορώ (κι άλλο), κατέληξα στο άφθα, από το γνωστό ρήμα άπτω, δηλαδή ανάβω. Σημαίνει κοινώς κάψιμο, φωτιά, εξ ου και η χρήση της λέξης για να περιγράψει τις επώδυνες πληγές στο στόμα. Φωτιά και θάλασσα, τα αγαπημένα μου.

Και τώρα που σού 'λυσα όλες οι απορίες για το από που κρατάει η σκούφια μου, πήγαινε φάε ή πιες κάτι, κατά προτίμηση σόδα για να χωνέψεις την τόση περιττή γνώση της ημέρας. Εγώ πάω να διαβάσω τα (υπόλοιπα) αγαπημένα μου blogs και να βγω μετά μια αμαξότσαρκα στη γιορτινή Αθήνα! Au revoir!