Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Cult-ούρα

Επειδή τον τελευταίο καιρό γίνεται πολύς ντόρος για το καλτ και ο όρος έχει επανέλθει φουριόζος στο καθημερινό μου λεξιλόγιο, σκέφτηκα τώρα που έχω άφθονο χρόνο να κάτσω να μελετήσω κανένα βιντεάκι στο τούμπ πάνω στο αντικείμενο. Δε μπορώ να πω ότι έβγαλα άκρη αλλά κάποια συμπεράσματα μπορώ να τα αχνοπεριγράψω (wtf, μη με ρωτάτε πώς τα λέω κάτι τέτοια, εδώ μετά από ξενύχτι ξηλώθηκε η ραφή της μπλούζας μου και δήλωσα στο μισοκοιμισμένο κοινό μου ότι “η μπλούζα παρουσίασε την πρώτη της φθορά” – aphtha-poltopoiimenos_egkefalos: 0-1).

Λοιπόν, για να ξέρουμε για τι μιλάμε, cult σημαίνει αίρεση και λατρεία. Μακροπρόθεσμα σημαίνει μια αίρεση που έγινε λατρεία. Αν λοιπόν θέλουμε να ακριβολογήσουμε πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεχωρίσουμε το καλτ από το κιτς, κάτι που στην Ελλάδα έχει σχεδόν ταυτιστεί. Πολύ λανθασμένα.

Ξέρω πάρα πολλούς ανθρώπους οι οποίοι δηλώνουν οπαδοί του καλτ. Στην πραγματικότητα είναι οπαδοί του κιτς, το οποίο βαφτίζουν καλτ για να το παίξουν διαφορετικοί και βιτρώ. Το καλτ το χωρίζω σε καλτ του παρόντος και σε καλτ του παρελθόντος. Το να βαφτίζεις κάτι παλιό ως καλτ προκειμένου να νομιμοποιήσεις το χαμηλό του αισθητικό επίπεδο (πχ βιντεοταινίες χωρίς καν σενάριο, ή ένα τραγούδι που ναι μεν σου φέρνει αναμνήσεις αλλά δε μπορείς να το πεις και ‘τραγούδι′- πχ πάμε για τρέλες στις Σειχέλλες ω ω) δε σε κάνει απαραίτητα νοσταλγό και διαφορετικό. Μάλλον σαν απλή απενοχοποίηση κάποιας σαχλαμάρας που τυχαίνει να σου αρέσει θα μπορούσε να θεωρηθεί. Συχνά δε, η προκείμενη σαχλαμάρα πέρασε και δεν ακούμπησε τον όρο του καλτ, δεδομένου ότι δεν υπήρξε καν αιρετική ή outsider, αλλά αντίθετα ίσως αποτέλεσε και τη μόδα στην εποχή της. Το να αποκαλείς δηλαδή καλτ τη Ρόδα τσάντα και κοπάνα επειδή μόνο και μόνο είναι κιτσαρία μπας και την κάνεις να ακουστεί πιο ιντελεκτουέλ..ε κάπου μπερδεύονται οι όροι.

Αναφορικά με τα κιτς του παρόντος, η ενασχόληση μαζί τους σε κάνουν να νιώθεις ανώτερος και διαφορετικός, αν πρώτα τα βαφτίσεις καλτ. Αυτό κάνει η Ραδιοαρβύλα, στην οποία ειρωνεύονται (κατ’ επέκταση ασχολούνται) ό,τι πιο παρηκμασμένο υπάρχει στην επικαιρότητα (όχι απαραίτητα μη-τρέντυ ώστε να δικαιολογηθεί ο όρος), νιώθοντας ότι είναι οι ίδιοι δέκα ορόφους πιο πάνω. Νομίζω αν τους ρωτήσεις θα σου πουν ότι ο παππούστης με τον οποίο ασχολούνται αποτελεί την καλτ υποκουλτούρα και όχι ένα κιτσάτο αγοράκι με μηδενικό νόημα. Back off.

Να ξεκαθαρίσω κάτι εδώ. Δεν είναι κατακριταίο το κιτς ούτε το να ασχολείσαι με αυτό. Ή τελοσπάντων εγώ έτσι το βλέπω. Ακόμα και στην αρχαία τραγωδία υπήρχαν τα στάσιμα στη δράση προκειμένου να ξεκουράζεται ο εγκέφαλος και να μην καεί από την πολλή ποιότητα. Έχω υπάρξει θερμή υποστηρίκτρια πολλών κιτς θεαμάτων (πχ του Ελλάδα έχεις ταλέντο, των παράφωνων οντισιόν στα τάλεντ σόουζ, και βέβαια της ίδιας της Ραδιοαρβύλας που ασχολείται με αυτά). Όσον αφορά το καλτ ΚΑΛΤ, το ορίτζιναλ εν πάσει περιπτώσει, αυτό κι αν δεν είναι καθόλου κατακριταίο. Το Μεγάλο παζάρι ας πούμε ήταν διαφορετικό για τα δεδομένα του την εποχή του και απέκτησε φανατικούς οπαδούς, άρα είναι καρακαλτ και εγώ είμαι μια από το κοινό του (Ζονγκ rulezzz)!

Ποιο είναι όμως το θέμα στα δικά μου τα μάτια.. Well, η παραδοχή και η επίγνωση. Όπως σε όλα τα πράγματα άλλωστε, έτσι δεν είναι; Να έχεις συναίσθηση τι είναι καλαίσθητο και τι κακόγουστο με την ευρύτερη έννοια και να μην κρυφοεκθειάζεις την αταλαντοσύνη του καθενός επιδιώκοντας την έκθεσή εσού και της παρέας σου σε αυτά μανιωδώς. Γιατί βλέπω το κακόγουστο να γίνεται νόμος και ανησυχώ. Παλιά οι Έλληνες δεν είχαν μόρφωση αλλά είχαν παιδεία. Τώρα δεν έχουν παιδεία αλλά έχουν μόρφωση. Και κακογουστιά. Η κακογουστιά είναι η αρρώστια αυτού του λαού.

Δε μπορώ να ακούω ότι ατάκες όπως Θέλεις τραλαλά θέλω τραλαλό ή Ναιιιιιι, με ακουτέεεεεε; είναι non-mainstream, άρα cult ενώ είναι καραμπάμ κιτς. Σ’ αρέσει ο Φλωρινιώτης; Οκ, σε ελεύθερη χώρα ζούμε, και γω χαλαρώνω και γελάω με την Πάνια και παλιότερα με τη Μαριμάρ, δε θα το κάνουμε δα και θέμα (ούτε θα το πούμε παραέξω!). Αν θεωρείς πάντως αυτήν την παρακμή ως βάση της κουλτούρας σου κάπου πρέπει να το ξαναψάξεις. Αν θεωρείς την παρακμή ως χαλαρουιτίαση από την άλλη τότε πάω πάσο και δίνω ρισπεκτ. Χρειάζονται κι αυτά. Είναι τραγικό πάντως να θεωρείς ότι υποχρεούμαι να έχω σφαιρική γνώση επί του θέματος βλέποντας την Πόπη Μαλλιωτάκη ή την Τατιάνα Στεφανίδου στην εκπομπή της από κοντά, απορρίπτοντάς την και φτάνοντας στο ζενίθ της ανωτερότητας έχοντας πλέον την εμπειρία. Friend, believe me, εμπειρία είναι να δεις τον Παναθηναικό να σηκώνει την κούπα (συμβαίνει κάθε 132 χρόνια που ο Ήλιος ευθυγραμμίζεται με τον Κένταυρο- ΠΑΟ σ’αγαπάμε!), όχι να δω τη Μαλλιωτάκη για να έχω ‘άποψη’.

Από την άλλη υπάρχει το άλλο άκρο, που είναι η ψευτοκουλτούρα. Δηλαδή αν ο άλλος δεν ακούει Μελωδία FM (Fλέβα Μαχαιρωμένη) ή αν δεν πηγαίνει στο Μέγαρο μουσικής είναι ποταπός και απαίδευτος. Αυτό είναι ακόμα πιο δήθεν και κατακριταίο κι από το να βαφτίζεις τις σαβούρες ως καλτ!

Τέσπα, άκρη ψάχνω και άκρη δε βγάζω. Αν βγάλετε εσείς πείτε μου και σε μένα.

ΥΓ1: Λοιπόν, πρώτη φορά το υστερόγραφο είναι πιο σημαντικό για μένα να καταγραφεί παρά το κείμενο. Αν βρεθεί ένας πολιτικός σ’αυτή τη χώρα που να μπορέσει να καταφέρει αυτό το μαγικό πράγμα που θα δεις στο βίντεο, να εμπνεύσει το λαό και να τον ενώσει, εγώ θα πάω πρώτη πρώτη να χτυπιέμαι μπροστά του με σημαίες και ταμπούρλα. Παίζει να είναι το ωραιότερο λάιβ που έχω δει, σίγουρα πάντως χτυπάω το κεφάλι μου που ήταν να πάω και δεν πήγα. Ειλικρινά άφωνη με το κοινό. ΑΦΩΝΗ.-


ΥΓ2: Ξαναϋστερογραφώ για να γελάσει και ο κάθε πικραμένος.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

25η του 23ου (έτους μου)

Καθώς περίμενα χθες στο γραφείο ενός υπαλλήλου στην τράπεζα, τσίμπησα έξω από το 1 επί 1 παράθυρό του την εικόνα έξι μπαλκονιών μίνιμουμ με την ελληνική σημαία κρεμασμένη. Με ένα στιγμιαίο rewind, ξέρεις, από αυτά που κάνει το μυαλό σε ανύποπτο χρόνο, μου ήρθαν σαν ταινία μπροστά στα μάτια μου φάσεις από όλα μου τα σχολικά χρόνια.

Τέτοιες μέρες κάθε Μάρτη γυρνούσα σπίτι μου, έχοντας πει το ποίημα μου στη σχολική γιορτή κι έχοντας κάνει την τελευταία πρόβα της παρέλασης με τους συμμαθητές μου και το γυμναστή. Θυμάμαι όλους τους γυμναστές που είχα από το δημοτικό μέχρι το λύκειο. Στο δημοτικό είχαμε έναν κύριο Κώστα, που ορκιζόσουν ότι είναι υπουργός ή ψήστης ή δημόσιος υπάλληλος γραφείου, πάντως όχι γυμναστής. Το (απύθμενο) πάχος του ήταν το ίδιον αυτού. Μετά, στο γυμνάσιο, είχαμε τον κύριο Γιώργο, ρεμάλι από τα λίγα. Μας έβαζε να τρέχουμε το γήπεδο του ποδοσφαίρου τρεις φορές γύρω γύρω. Το πρόβλημα ήταν ότι μετά ξεχνιόταν κουτσομπολεύοντας με άλλους, η ώρα πέρναγε, οι τρεις φορές γίνονταν οχτώ, το κουδούνι χτύπαγε, και όλη η τάξη κατέληγε να μαζεύει όσα κουράγια είχαν απομείνει προκειμένου τα ημιλιπόθυμα σώματα να σηκωθούν απ’ το χώμα. Νομίζω είχα ρέψει εκείνους τους τρεις χειμώνες! Όταν φτάσαμε στο λύκειο σταμάτησα να ασχολούμαι με τους καθηγητές της γυμναστικής, δεδομένου ότι προφασιζόμουν εναλλάξ περίοδο ή κράμπα για να αποφύγω τις επαφές με το μάθημά τους. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ο γυμναστής της τάξης μου, ο πενηντάχρονος κύριος Χ., φόραγε πάντα ένα κολάν που του διέγραφε ό,τι μπορεί να διαγραφεί/προεξέχει στο ανδρικό σώμα. Το θέαμα θύμιζε Freddie Mercury on stage.

Πιο μικρή ακόμα και με αφορμή τις πρόβες της παρέλασης, έπαιρνα θυμάμαι ένα σημαιάκι πλαστικό από αυτά που πουλάνε πλέον στα φανάρια, με εκείνο το κίτρινο σταυρουδάκι στην κορυφή, και έκανα το σημαιοφόρο περπατώντας γύρω γύρω στην αυλή με τα ξαδέρφια μου. Γενικά είχα μεγάλη αγάπη για τη σημαία, πίστευα πολύ στο συμβολισμό της και απ’ όσο θυμάμαι είχα σχεδόν βουρκώσει στην έκτη δημοτικού όταν στην κλήρωση δε βγήκα κάτι παραπάνω από παραστάτης. Ξέροντας την εξέλιξη της ιστορίας, και δεδομένου ότι ενώ παρήλαυνα σήκωσα το χέρι μου να χαιρετίσω τη μαμά μου την οποία διέκρινα στο πλήθος που χειροκροτούσε, ευλογώ το Θεό που είχα χάσει τη σημαία στην προαναφερθείσα κλήρωση, αλλιώς παίζει τώρα να ήμουν στη στενή για ανθρωποκτονία εξ αμελείας, φέρνοντας το κοντάρι στο κεφάλι κανενός χριστιανού.

Στα επόμενα χρόνια, λίγο το ξεμυάλισμά μου και λίγο η επανάσταση που όριζε η ηλικία, απέβαλλα το κόμπλεξ της σημαίας και το όνειρο να την κρατήσω στην παρέλαση. Τώρα που το σκέφτομαι, με ένοιαζε περισσότερο το να παρελαύνω σε σημείο που να υπάρχει οπτική πρόσβαση στον παιδικό-προεφηβικό-εφηβικό μου έρωτα (ένας ίδιος όλα αυτά- αλήθεια, να ζει ακόμα αυτός;) παρά να είμαι στην πρώτη σειρά απομονωμένη και σοβαρή. Όταν πάντα στο τέλος διαπίστωνα ότι ο παιδικός-προεφηβικός-εφηβικός έρωτας ήταν στην εξάδα των παραστατών με έπιανε και πάλι καούρα να βγω μπροστά. Ωραίες αξίες θα πεις. Χμμ, παιδάκι ήμουν, δεν το πολυέψαχνα το θέμα. Όχι ότι μετά που το πολυέψαξα βέβαια είδα διαφορά. Στο τέλος πάλι κατέλειξα να σνομπάρω την ιδέα της προβολής της σημαίας, έχοντας στο μυαλό κάτι ανάλογο αυτού που είδα σε έναν τοίχο: Έλληνας δε γεννιέσαι, ούτε γίνεσαι. Καταντάς. Είπα της προβολής της σημαίας, όχι της σημαίας της ίδιας, εντάξει;

Άλλο που θυμάμαι επίσης είναι ότι πάντα τέτοια μέρα έτρωγα το πρώτο μου παγωτό, αμέσως μετά την παρέλαση. Νομίζω ήταν το χάπενινγκ της άνοιξης αυτό, μετά το event του βγάζουμε-τα-καλοκαιρινά-από-το-πατάρι-γιατί-έφτασε-Κων/νου-και-Ελένης-21-Μαίου (α ρε μάνα, θα οργανωθώ και θα νοικοκυρευτώ ποτέ όπως εσύ; (παρένθεση της παρένθεσης: όχι) ). Ακολουθούσε φυσικά καταμέτρηση των παγωτών και ανταγωνισμός με τη γειτονιά για το ποιος έχει φάει τα περισσότερα. Το ίδιο ίσχυε για τα μπάνια το καλοκαίρι.

ΥΓ1: Κομματάρα. Και η μπαλλάντα και η άλλη διασκευή. Λόγω άνοιξης και λιακάδας πάρε την άλλη διασκευή.

ΥΓ2: Λύσε μου κάποιος την απορία. Άδειαζα τις φωτογραφίες από το κινητό μου και βρήκα μια από μια βόλτα με το αμάξι τις προάλλες. Ο τύπος που βλέπεις είχε κάνει κάτι μαγκικό και η σακούλα δεν έπεφτε από το πίσω καπό ούτε σε ανηφόρα του Ολύμπου. Κιτς πάντως δεν το λες :P

ΥΓ3:

Η θέα σε ένα από τα ομορφότερα μέρη της Αθήνας.

ΥΓ4: Έλεος πια με τις αλλαγές ντεκόρ σ’αυτό το blog! Είδες πώς προλαβαίνω τη σκέψη σου, αγαπητέ μου αναγνώστη; Για να μη μείνεις με την απορία όμως, πιθανολογώ ότι για τις αλλαγές αυτές φταίνε τρια τινά: α)Φταίει η αλλαγή του καιρού που θυμίζει πια καλοκαίρι κάθε μέρα, που με έκανε να ξανοίξω λίγο τα χρώματα -βρε αδερφέ-. β) Φτάιει επίσης και το γονίδιο της γιαγιάς μου, η οποία κάθε δεκαπέντε μέρες αλλάζει τη θέση των επίπλων (καναπές δεξιά, μπουφές αριστερά, και ξανά πάλι ανάποδα), προφανώς για να έχει την ψευδαίσθηση ότι αλλάζει σαλόνι. γ) Φταίει που έβαλα ίντερνετ στο κινητό μου (hell yeah!) και πλέον το άλλο θέμα μου φάνηκε πολύ σκέτο για ένα τόσο περίτεχνο φιλολογικά μπλογκ όπως το παρόν (ουυυυυυυστ!) :)

ΥΓ5: Χθες έκλεισα τα εισιτήρια για το χωριό μου. Θα φάω μαμίσιο φαί (σπανακόριζο, μπλιαχ) και θα λιώσω στα θρίλερ (βλ. φωτό) και στις βόλτες στη θάλασσα.

ΥΓ6: Δεν παίζει να πάρω ποτέ Ford αμάξι μετά από αυτή τη διαφήμηση στο αγγλικό Premier league. Ε όχι και να έχει σλόγκαν feel the difference σε γκολ του γαύρου στον Παναθηναικό, ενώ οι οπαδοί φωνάζουν το κλασσικό σύνθημα (άκου προσεκτικά ποιό). Μετά το φετινό να δούμε αν θα την παίζουν ακόμα στις τηλεοράσεις!

Πέμπτη 18 Μαρτίου 2010

Το τζάμπα ζει!

Για κάποιον περίεργο λόγο, και ίσως επειδή η Σελήνη βρίσκεται στους Διδύμους (βρίσκεται;), το τελευταίο διάστημα της ζωής μου περιγράφεται ιδανικότερα από τον όρο του τζάμπα. Πολλοί το τίμησαν στο παρελθόν, από άσματα (τζάμπα καίει η λάμπα, μ’αγαπάς ή τζάμπα πίνω κτλ) μέχρι μανάβηδες στη λαική (τζάμπα πράμα λεμεέεεεεε, πάρε πάρε ΠΑΡΕ κοπελιάαααα) όμως όχι, εγώ το εννοώ με την κυριολεκτική, κυριολεκτικότατη σημασία του, όπως μας έρχεται κατ’ ευθείαν από Τουρκία (caba). Πλέον, μετά από διάφορες εμπειρίες από πολλαπλές κατευθύνσεις μπορώ να πω με σιγουριά ότι ναι, το δεύτερο πράγμα στο οποίο έχω κάνει διατριβή στη ζωή μου, μετά το φαγητό, είναι του να επιβιώνω ανέξοδα ή τουλάχιστον με τις λιγότερες τσεπικές απώλειες. Παρόλο που δε θα με πιστέψεις, δεν είμαι ούτε δακτυλοδεικτούμενα τσιφούτα ούτε πεντακόσια κιλά. Απλά, όσον αφορά τον τομέα του χρήματος, η διασκέδασή μου έχει μάθει να περιορίζεται σε ελαχίστου κόστους λύσεις. Όταν, δε, καταφέρνω να συνδιάσω τη χαρά του φαγητού με το έξοδο της διασκέδασης, τότε νιώθω ότι η έξοδος ήταν big value!

Σε μια πόλη που όλα ακριβαίνουν, που το εισόδημα είναι ανύπαρκτο (δουλεύω απλήρωτο 5ωρο κάνοντας την πρακτική μου) και που ένα λίτρο βενζίνης κοντεύει να κάνει όσο το πραπρά που οδηγώ, εγώ είμαι άλλη μια από τους πολλούς που βρήκαν τη λύση των τζάμπα. Μια λύση που ωστόσο έχει συχνά την προυπόθεση του ελεύθερου χρόνου και της αντοχής. Με άλλα λόγια είναι ιδανική για νέους και φοιτητές αλλά αντίθετα πολύ περιοριστική για οικογένειες με παιδιά ή καριερίστες που δουλεύουν 15 ώρες. Αυτό φυσικά επειδή το τζάμπα θέλει τρέξιμο! Αν ανήκεις στην πρώτη κατηγορία, παίζει και να μην έχεις βέβαια καν χρόνο για να ξοδέψεις λεφτά για διασκέδαση οπότε πρώτον δε σε αφορά αυτό το παραλήρημα και δεύτερον καλό κουράγιο. Αν ανήκεις στη δεύτερη κατηγορία fuck me, δε νομίζω με τόση δουλειά να σε σώσει ένα τζάμπα παραπάνω, οπότε ούτε εσένα σε αφορά το παραλήρημα. Άσε που εσύ ειδικά δικιολογείσαι να θες να ξοδέψεις και κάτι για τον εαυτό σου.

Άλλη μια προυπόθεση είναι ο σαφής διαχωρισμός, παρά τη λεπτή γραμμή, του τζάμπα και της γυφτιάς. Άλλο να είσαι τζαμπατζής και άλλο να είσαι γύφτος. Το θέμα είναι να μη γίνεις ούτε στιγμή τζάμπα μάγκας αλλά να είσαι απλά μάγκας του τζάμπα, κρατώντας αξιοπρέπεια και μην προσπαθόντας να ρίξεις κανέναν. Θα καταλάβεις στη συνέχεια το γιατί το λέω.

Δια του λόγου το αληθές, και για να σε πείσω ότι η νοοτροπία του ό,τι πληρώνεις παίρνεις είναι κατοχική, προσπαθόντας να θυμηθώ τις ανέξοδες εξόδους μου την τελευταία εβδομάδα έχω να παραθέσω κινηματογράφο, γκαλερί και δείπνο στο Κάραβελ. Στη λίστα θα ήταν και μια συναυλία του αγαπημένου μου Δεληβοριά, αλλά ας όψεται που δε βρέθηκε κανείς να με πάει.

Ξεκινόντας την ιστορία για μια φορά στη ζωή μου επιτέλους από την αρχή, πριν λίγες μέρες βρέθηκαν στα χέρια μου προσκλήσεις για ένα συνέδριο στο Κάραβελ. Το συνέδριο, που ούτως ή άλλως με ενδιέφερε, ακολουθούταν από δείπνο στο ξενοδοχείο. Πήρα ένα φίλο μου με παρόμοιο αντικείμενο ενδιαφέροντος και πήγαμε. Τη χλίδα-που κατά τα άλλα με κάνει να νιώθω άβολα-μπορείς να την φανταστείς, εμείς πάντως περάσαμε φανταστικά και φάγαμε κάτι μερίδες-βουνά, πιο μεγάλες και από αυτές που μου βάζει η μάνα μου όταν πηγαίνω στο σπίτι της. Τη ίδια στιγμή που εμείς συζητούσαμε για θέματα ενδιαφέροντα, γνωρίζαμε κόσμο και αλλάζαμε παραστάσεις, μια φίλη μου δεν ήρθε γιατί είχε κανονίσει να περάσει ένα ακόμα βράδυ της καθισμένη σε ένα μπαρ με μια μουσική που δεν την άφηνε να μιλήσει στο διπλανό της και με ένα ποτό που είχε πληρώσει 15 ευρώ. Να μάθει να υποτιμάει τα τζάμπα! Οι γύφτοι της υπόθεση ήταν κάτι γνωστοί που συναντήσαμε με την παρέα μου στο συνέδριο και είχαν φέρει όλο το σόι τους κατευθείαν στο δείπνο, προσπερνόντας τις διαλέξεις.

Αφού καλόμαθε η γρια στα σύκα, όταν κάποιες μέρες αργότερα μου έγινε πρόταση να παραστώ στα εγκαίνια μιας γκαλερί με φωτογραφίες, δεν έκανα και πολύ τη δύσκολη τη στιγμή που υπό άλλες συνθήκες δε θα το συζήταγα καν. Είμαι πολύ απαίδευτη στην τέχνη και είναι εξαιρετικά δύσκολο να εκτιμήσω οτιδήποτε καλλιτεχνικό πλην της μουσικής, συνεπώς υπό Κ.Σ. θα έφτυνα τον κόρφο μου για τις ώρες που μου πρότειναν να χάσω οικειοθελώς και θα προφασιζόμουν ότι πλημμύρισε η σοφίτα που δεν έχω προκειμένου να κάτσω να λιώσω με κάποιο ντι.βι.ντί ή σε καμιά καφετέρια. Στην γκαλερί όχι μόνο πέρασα πολύ όμορφα, έκανα κοινωνιολογική μελέτη για τους εναλλακτικούς τύπους αυτής της πόλης και άνοιξε το μάτι μου, αλλά γνώρισα και έναν πολύ ξεπεταγμένο εβδομηντάρη μπακούρη που μου έκανε διάλεξη για τους έρωτες και τη φιλοσοφία της ζωής. Not bad at all. Μπόνους της βραδιάς, η άφιξη της Μιραράκη με ένα φόρεμα πορτοκαλοκεραμιδολαχανοπαρδαλοπράσινο, με ντεκολτέ μέχρι τον αστράγαλο και ύψος μέχρι το ταβάνι. Οφείλω να παραδεχτώ ότι όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω της. Αθάνατη ελληνική κοινωνία, εναλλακτική ή μη, που ψαρώνεις με ότι σου πασάρει το χαζοκούτι.

Επειδή το τζάμπα δεν είναι ποτέ αρκετό, χθες δεν έπαιζε να μην τιμήσω και την πρεμιέρα του Ghostwriter στο Odeon στο Μαρούσι. Φυσικά δε νομίζω να το πολυσκεφτόμουν αν επρόκειτο για κανένα σινεφίλ του στυλ The yogi of Thibet, όμως hold on, έπαιζε ο Πιρς Μπρόσναν και από βδομάδα θα ήθελα 8 ευρώ ντάνγκα-ντάνγκα για να το δω. Η ταινία ήταν εν τέλει μέτρια για τα γούστα μου, αλλά η παρέα φανταστική και το γέλιο απίστευτο. Επειδή και η φίλη μου είναι της ίδιας φιλοσοφίας και του ίδιου μπατζετ, είχαμε συμφωνήσει να κάνουμε τα πήγαινε-έλα στο σινεμά με συγκοινωνία, για να μην πληρώσουμε ούτε πάρκινγκ ούτε βενζίνες και να ολοκληρωθεί η προσωρινή τσεπική ευτυχία μας. Χμμ, αυτή η συγκοινωνία…Ίσως είναι το μόνο φτηνό πράγμα που δε χωνεύω. Έτσι λοιπόν…

-Αφού κόντεψε να με δείρει ένας διανοητικά ακαθόριστος και κουφός πενηντάρης στην αποβάθρα του μετρό προκειμένου να κάτσει στη θέση που καθόμουν για κανένα τέταρτο και περίμενα τη φίλη μου (συγκεκριμένα ήρθε πάνω από το κεφάλι μου, ενώ ήμουν βυθισμένη με το κινητό, σε απόσταση να νιώθω την ανάσα του, και μου έκλεισε το μάτι σε στυλ ‘Αλέ τώρα’ διώχνοντάς με με το χέρι του- εγώ φυσικά έφυγα ενώ οι γύρω γύρω είχανε σαστίσει και λιώσει στο γέλιο)…

-Αφού με σκάναρε για κάνα δεκάλεπτο μια αλλήθωρη όσο περίμενα το το εν λόγω μετρό(κάτι άλλο θα κοιτούσε μάλλον)…

-Αφού μετά μπήκαμε σε λάθος λεωφορείο και το μοναδικό άτομο που πρόλαβα να δω κρατούσε μια σακούλα με κόλυβα που έλεγε με κεφαλαία ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ (ουστ)…

-Αφού χάσαμε τη μπάλα με την αρίθμηση της Κηφισίας ψάχνοντας το σινεμά (μα καλά, φτάνει στο τριακόσια τόσο και μετά ξαναμηδενίζει????)…

-Αφού κατουριόμασταν, πεινούσαμε και διψούσαμε και είχαμε κατεβεί σε λάθος στάση, έχοντας κανένα δεκάλεπτο ακόμα περπάτημα…

-Αφού μπήκαμε, βγήκαμε και μετά περιμέναμε στη στάση δέκα λεπτά να περάσει λεωφορείο να μας γυρίσει σπίτι και χορέυαμε σούστα για να ζεσταθούμε από το πολικό ψύχος, εντεκάμισι το βράδυ, και με άγχος αν θα προλάβουμε το τελευταίο μετρό…

-Αφού σε όλη τη διαδρομή με το λεωφορείο ένας καπελαδούρας τριαντάρης από το δίπλα Ι.Χ. έκανε τα γλυκά μάτια στη φίλη μου, κυνηγόντας το λεωφορείο σε όλη την Κηφισίας (τα άπειρα σουρεαλιστικά σκηνικά της ζωής μου άλλη μέρα)…

…Ναι! Είδαμε το έργο και περάσαμε τέλεια! Η γύφτικη στιγμή της ημέρας ήταν όταν μας σπρώχνανε στην είσοδο του σινεμά κάτι τσίπηδες που ήρθαν μισή ώρα μετά από μας για να περάσουν στις τελευταίες εναπομείνουσες θέσεις. Είπαμε τζάμπα αλλά όχι κι έτσι ρε παιδιά… Εμάς μας έπιασε το πατριωτικό και κάναμε σπριντ στο διάδρομο μέχρι την αίθουσα και με τις κόκες κόλες στο χέρι ώστε να μπούμε πρώτες (τα καταφέραμε, αλλιώς οι κόκες θα τους έρχονταν καπέλο)…Το επόμενο σινεμά στο οποίο θα πάμε θα είναι φυσικά με την προσφορά της Κοσμοτέ για τις Τετάρτες, δυο άτομα στην τιμή του ενός. Δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να πάω Σάββατο απόγευμα που γίνεται ακόμα πιο της τρελής και όλα χρεώνονται τριπλά.

Και τώρα που είπα για Κοσμοτέ, για να σε αποτελειώσω με τα τζάμπα και να νιώσεις κουρέλι που πληρώνεις ακόμα σε αυτήν την πόλη, ούσα κάτοχος καρτοκινητής Wind (μεγάλη η χάρη της) έβαλα προχθές 5 ευρώ και εκτός του ότι μου μπήκαν 10 στο λογαριασμό, μου ενεργοποιήθηκε μια προσφορά που θα έχω δωρεάν λεπτά και μηνύματα και πρόσβαση στο ίντερνετ από το κινητό για όλο το 2010 χωρίς ανανέωση. Ρε άνθρωπε, εγώ 5 ευρώ πήγα να βάλω!!! Όταν είπα το κουφό της προσφοράς στη δουλειά, ανησυχητικά όλοι μου είπανε ότι τα φοβούνται αυτά τα τόσο φτηνά και τζάμπα. Η νοοτροπία του Έλληνα που σου έλεγα.

ΥΓ1. Είμαι φαν του τζάμπα όπως καθιστώ σαφές, αλλά όχι πάντα. Αν και άσχετη και ανίδεη με τα της οικονομίας, πιστεύω ακράδαντα ότι η μόνη λύση για τη χώρα είναι το χρήμα να κυκλοφορεί. Πάρε παράδειγμα άτομα σαν εμένα, δηλαδή την προσωποποιημένη καταστροφή της οικονομίας- γιατί όμως; επειδή δεν πληρώνομαι… Η παρούσα νοοτροπία μου είναι ενός ατόμου που δεν πληρώνεται ή πληρώνεται εξευτελιστικά. Την καλλιέργησα στην Αγγλία με τα άπειρα εκεί freebies. Όταν δούλευα στο παρελθόν και πληρωνόμουν, δεδομένου ότι δεν είχα άλλες σοβαρές υποχρεώσεις (έξοδα, παιδιά), ισοκατένειμα τα φοιτητικά έξοδά μου σε μικρές ελληνικές επιχειρήσεις (για ρούχα, καφετέριες, εκδρομές κτλ), και όχι απαραίτητα στα πιο φθηνά προιόντα, κάνοντάς το συνειδητά. Το μόνο που μισώ ελεεινά είναι, ενόσο βρίσκομαι στην Ελλάδα, να τα καταθέτω κανονικά σε πολυεθνικές, στο βωμό της φθήνιας. Αυτό το αποφεύγω και προτιμώ την αποταμίευση ή την καλογερική.

ΥΓ2: Δε σου λέω βέβαια να ενισχύεις την ελληνική οικονομία δίνοντας χρήματα σε πολυτέλειες όπως το να διαλέξεις πινακίδα:


Ούτε να στραφείς μόνο σε:

ΥΓ3: Αν δεν πιάσει το σύστημα ‘τζάμπα’, μας αφιερώνω το τραγούδι 14 από το επόμενο ΧΑΡΟΥΜΕΝΟ πάνω απ’ όλα σιντί!!

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Αντι-μιζέριας το ανάγνωσμα

Η χώρα καταρρέει, ο καιρός τρελάθηκε, τα cunts χτενίζονται και η Δευτέρα παρουσία πλησιάζει. Οι πολίτες κλαψουριάζουν από την ανατολή έως τη δύση του ηλίου non stop ενώ όλοι νιώθουν απόγνωση, προδοσία κι έναν απροσδιόριστο κίνδυνο παντού. Στην οικογένεια, στη δουλειά, στην κοινωνία, στο κράτος. Έτσι δεν αισθάνεσαι και συ; Συγχαρητήρια, καταφέραν να σε κάνουν σαν τα μούτρα τους.

Συζητούσα τις προάλλες με μια 80αρα γειτόνισσα που με πέτυχε στο δρόμο. Αφού θα με καθυστερούσε που θα με καθυστερούσε γύρω στο μισάωρο να πάω στον προορισμό μου, give it a fuck, ας άκουγα τουλάχιστον τι έλεγε και ας μην ξεφυσούσα αγανακτισμένη και κουνούσα το κεφάλι συμφωνόντας απλά. Στα 20 λεπτά που διέθεσε μόνη της στην κουβέντα μας μου εξιστόρησε το πώς ήρθε στα 22 της στην Αθήνα, πώς έμενε με έναν άντρα που δεν είχε διαλέξει η ίδια σε ένα σπίτι χωρίς τίποτα, με άλλα εφτά αδερφοξάδερφα από το χωριό κατσικωμένα κάτω από το ίδιο κεραμίδι. Μου έλεγε πώς δανειζόταν νερό με το λάστιχο από άλλες γειτόνισσες γιατί ούτε νερό δεν είχε. Μου έλεγε πώς έγκυος κουβάλαγε το τσουκάλι με το νερό για να το πάει στη φωτιά που ο άντρας της είχε ανάψει στο δίπλα χωράφι, προκειμένου το μεγαλύτερο παιδί να κάνει με ζεστό νερό μπάνιο. Μου έλεγε πώς γέννησε τελικά σε ένα μαιευτήριο σε άλλες δέκα γυναίκες μέσα και με τον άντρα της να έχει δικαίωμα επισκεπτηρίου μετά από σχεδόν ένα εικοσιτετράωρο. Φιου, είναι φοβερό τι μπορεί να σου πει μια 80αρα σε λίγα λεπτά στη μέση του δρόμου!

Λογικά τώρα θα αναρωτιέσαι για το για ποια Αθήνα μιλούσε η γιαγιά και τι είχε πιεί. Εσύ, που όλη μέρα σου πιπιλίζουν το μυαλό ότι είμαστε σε άθλια κατάσταση σα λαός, και που πιπιλίζεις και το μυαλό των άλλων ανακυκλώνοντας τα ίδια θέματα κάνε μια παύση και κλείσε την τηλεόραση. Είναι τόσο τραγικά τα πράγματα; Μήπως είμαστε εμείς οι τόσο τραγικοί και αποπροσανατολισμένοι; Άνθρωποι πριν λίγα χρόνια ζούσαν χωρίς καν τα βασικά, χωρίς ζέστη, χωρίς φαγητό. Δε σου αρκούν αυτά και εσύ γκρινιάζεις γιατί δεν έχεις το κάτι παραπάνω επειδή έχει αλλάξει ο κόσμος; Και πάλι το καταλαβαίνω, μέχρι ένα σημείο. Απλά κάνε κάτι, μόνο μην ανακυκλώνεις αυτήν την καταραμένη τη μιζέρια. Και τι να κάνεις θα μου πεις…

Χθες έβλεπα Λαζόπουλο και αν πρόσεξα ένα πράγμα από όλη την εκπομπή ήταν το τελευταίο δεκάλεπτο. Όταν ο Λαζόπουλος τραγουδούσε αυτό που λέει ‘γίναν όλα δυνατά, τα αδύνατα’ φώναξε στο κοινό που αποτελούταν από μαθητές ‘Κάντε κάτι′. Με απόγνωση ένας μαθητής σήκωσε τους ώμους και διάβασα τα χείλη του να ρωτάνε “Πώς;”. Λες σε ένα παιδί 18 χρονών να σώσει τον κόσμο που η γενιά σου σκάτωσε χωρίς να του λες τον τρόπο. Του κληροδοτείς ένα μπάχαλο, πασπαλισμένο με πολλή μιζέρια, και του λες να το φτιάξει. Αυτό είναι το έθνος μας, δεν εξεπλάγην ούτε αιφνιδιάστηκα, απλά απορώ τόσες φορές που κοιτάω τον ουρανό πού σκατά είναι τελικά αυτό το μπαλάκι που πετάει ο ένας στον άλλο.

Άλλαξε λοιπόν εσένα. Μικροπρέπεια, γυφτιά, καταναλωτισμός, επιδειξιομανία, κάθε είδους υποκρισία, αγένεια, συμφεροντολογισμός… Άλλαξέ τα. Έχεις πολλή δουλειά να κάνεις, γιατί ακόμα κι αν δεν εντοπίζεις μεγάλες ποσότητες από το καθένα στον χαρακτήρα σου, η λίστα είναι πάρα πολύ μεγάλη για να σταματήσεις από τώρα να ψάχνεις. Δε νομίζω να σταματήσω να ψάχνω και να βρίσκω πράγματα στον εαυτό μου ποτέ. Μην πηγαίνεις στο στάδιο της αποδοχής μιας κατάστασης προσπερνόντας το στάδιο της διαπραγμάτευσης μαζί της. Ούτε να περιμένεις να διαπραγματευτούν και να παλέψουν μόνο οι άλλοι και να βγάζεις την ουρά σου απ’έξω. Εσύ, ΕΣΥ θα αλλάξεις τον κόσμο. Κι αν το πιστέψεις αυτό θα έχεις κάνει αυτό το κάτι που σου αναλογεί. Ό,τι παραπάνω είναι καλοδεχούμενο. Απλά μην αποποιείσαι τελείως τις ευθύνες σου ότι δεν έχεις να κάνεις κάτι άλλο πια. Εσύ δεν είσαι απ’ αυτούς, εσύ προσπαθείς, είσαι από άλλη πάστα, έτσι δεν είναι;

…Δεν είσαι σαν την συνάδελφό μου που λέει ότι ζει σε ένα κωλοκράτος και τρεις από τις οχτώ ώρες στη δουλειά σαχλαμαρίζει στο τηλέφωνο. Δεν είσαι σαν ένα θείο μου που φωνάζει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί ότι ο δικομματισμός κατέστρεψε την Ελλάδα αλλά σκέφτεται πώς να χώσει την κόρη του με ρουσφέτι στο δημόσιο. Δεν είσαι σαν τον οδηγό που βρίζει και κορνάρει με το παραμικρό και μετά από δέκα μέτρα αφήνει το αμάξι πάνω στις διαβάσεις τών πεζών. Δεν είσαι σαν το μαθητή που οργισμένος κάνει κατάληψη και τα βράδια γεμίζει με γκράφιτι Θρύλος τους τοίχους του σχολείου καταστρέφοντάς τους. Δεν είσαι σαν τη γιαγιά που κλαίγεται στον Αυτιά για τις κλοπές των πολιτικών και μόλις πάει στη λαική δεν επιστρέφει τα λάθος ρέστα που της έδωσε ο μανάβης. Δεν είσαι σαν τους τριαντάρηδες που λένε για κρίση και κρίση και κρίση και κάθε απόγευμα τιγκάρουν τις καφετέριες στη Γλυφάδα συζητώντας για το αν η σαμπάνια της Τσούλιας ήταν ακριβή. Δεν είσαι σαν μια γνωστή μου που πάει κάθε μέρα στην εκκλησία και δε χάνει στιγμή να δείξει ότι δεν έχει ίχνος ταπεινοφροσύνης, επιδεικνύοντας το κύρος της δουλειάς της. Δεν είσαι σαν τον καθηγητή που μιλάει για έλλειψη παιδείας και στο μάθημα περιμένει πότε θα χτυπήσει το κουδούνι λέγοντας ανέκδοτα. Δεν είσαι σαν εκείνους που λένε ότι ‘τον έχουμε καταστρέψει τον πλανήτη’ και πάνε μέχρι και στο περίπτερο με το μηχανάκι, μετά από ένα μισάωρο μπάνιο και 200 λίτρα χαμένου νερού. Δεν είσαι σαν τον παρουσιαστή που τους κράζει όλους και όλες τις καλοκαιρινές νύχτες τις περνάει σε μπαράκια καμουφλαρισμένων ληστών στις Κυκλάδες. Δεν είσαι σαν αυτούς. Δεν είναι ο σώζον εαυτό σωθήτω η ζωή. Κι ας γίνεις και καμιά φορά ο μαλάκας της υπόθεσης. Και ας βλέπεις γύρω σου μόνο κατακάθια και βλαβερούς ανθρώπους. Τουλάχιστον θάσαι για πάντα αξιοπρεπής και θα σε θεωρώ εγώ, μια πιο-ασήμαντη-δεν-πάει φοιτήτρια, πρότυπο.

Υ.Γ. Είχα πάει σε ένα θεατρικό πριν από πολύ καιρό. Και κάπου εκεί ανάμεσα στα πολλά, ανάμεσα σε κλάματα και οδυρμούς άκουσα τη φράση που περιγράφει τον ειλικρινή πόνο του ανθρώπου σε όλο του το μεγαλείο:

“Πώς να μπορέσει,να το πει κανείς; Τα λόγια, όταν τα λες, γίνονται σαν ξερόφυλλα.Τα παίρνει ο αέρας, και πάνε, χάνονται…Μα κι άμα τα κρατήσεις μέσα σου, γίνονται πέτρες. Σε βαραίνουνε, και σου’ρχεται να ουρλιάξεις. Και τότε τρομάζεις τους ανθρώπους.Χάνεις και το δίκιο σου,τα χάνεις όλα. Και λες, “συγγνώμη, δε φταίτε εσείς, εγώ φταίω..”.

Εγώ το “εγώ φταίω” εγώ το πήρα πολύ προσωπικά πάντως.

Τρίτη 2 Μαρτίου 2010

Ντροπής πράγματα

Πάνω που περίμενα το σουκού για να ξεκουραστώ, έγινε αυτό που γίνεται πάντα. Ο Δίας γαμήθηκε. Τι άλλο περίμενες δηλαδή;

Παρασκευή και η γιαγιά μου παθαίνει μίνι εγκεφαλικό. (Spoiler: η γιαγιά τώρα που μιλάμε ζει και βασιλεύει, δόξα τω Θεώ). Shit, εκεί που με περιθάλπτανε άλλοι τόσα χρόνια, ήρθε η ώρα να τους περιθάλψω εγώ. Ξεπερνόντας το πρώτο σοκ, την αρπάζω και την πάω στο νοσοκομείο. Με το αυτοκίνητο. Τι σκεφτόμουνα; Η ουρά στα επείγοντα έφτανε μέχρι το φαρμακείο απέναντι από το νοσοκομείο (κλασσικά υπάρχουν τουλάχιστον 3-4 φαρμακεία απέναντι από κάθε νοσοκομείο). Μετά από μίνι γκάλλοπ στο οποίο έλαβαν μέρος διάφορες ειδικότητες του προσωπικού, έφτασα στο συμπέρασμα ότι αν δε σε φέρει ασθενοφόρο στο νοσοκομείο ή αν δεν έχεις πιει ακουαφόρτε και να ξερνάς σαπουνάδες,, μέσα στα επείγοντα πριν να πεθάνεις ΔΕΝ μπαίνεις. Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους.

Παίρνω τη γιαγιά παραμάσχαλα, με το χέρι μουδιασμένο και τον κόσμο να γυρίζει γύρω μας. Αυτηνής από το εγκεφαλικό που είχε ήδη πάθει και εμένα από το εγκεφαλικό που θα πάθαινα λίαν συντόμως. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και γυρίσαμε στο σπίτι. Η γιαγια ήδη είχε αρχίσει να νιώθει καλύτερα. Εγώ πάλι όχι, αλλά πάλι καλά για μένα δεν είχε σημασία. Σε μια τέτοια κατάσταση κάλεσα ασθενοφόρο. Για να έρθει μετά από μια ώρα και να την πάει στο ίδιο (ΙΔΙΟ) νοσοκομείο. Τι ζω ρε φίλε;

Καλά, δεν το συζητώ τι είδαμε στα επείγοντα. Άλλωστε από τις 5 μέχρι τις 12 ήμασταν εκεί. Ένα κατιτίς το ριζώσαμε… Ο πρώτος έλεγε τη γιατρό καριόλα επειδή του έλεγε να πάει στο Δαφνί γιατί είχε πάθει κρίση σχιζοφρένιας. Εμ να διαβάζεις 50 χρόνια για να γίνεις γιατρός, εμ να σε βρίζει ο κάθε τρελός.

Άλλος, αφρικανός αυτός, με μια μάσκα γρίπης στο πρόσωπο που άφηναν μόνο δυο φοβισμένα και ταλαιπωρημένα μάτια να φαίνονται, ήταν δεμένος με χειροπέδες και φυλασσόταν από έναν ζεμμένο με πολυβόλα ένστολο για να μην το σκάσει. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν από αυτούς τους καημένους που πουλάνε Ruis Vuitton στην Ερμού και τρέχουν σε κάθε περιπολία της αστυνομίας με 182 κιλά στην πλάτη. Πολύ επικίνδυνος δηλαδή. Πάλι καλά που δε φέρανε και τανκ να τον φυλάει.

Ο τέταρτος πάλι ήταν με μια ακτινογραφία στο χέρι από τις 2 το μεσημέρι -όπως μου είπε στις 11 το βράδυ- και περίμενε έναν γιατρό να του τη δεί για να φύγει. Είχε κάνει το λάθος να στραμπουλήξει το πόδι του. Που πας ρε φίλε 22 χρονών νιάνιαρο με στραμπουληγμένο πόδι; Και έχεις και απαίτηση να εξυπηρετηθείς; Δεν έχεις προτεραιότητα. Δεν έχεις λέμε! Άλλαξε χώρα. Ή τράβα ψώφα. Αμαν πια όλοι σας, παντού παράλογοι…

Η τέταρτη και η καλύτερη είχε πιει όλο το Βόσπορο από καθαριστικά του σπιτιού της γιατί ο γκόμενός της την κεράτωσε. Έξυπνη κίνηση. Μετά ο γκόμενος αυτοαναρρωτιόταν αν θα πάει φυλακή. Έναν τέτοιο λεβέντη θέλω και γω, άπιστο και χέστη. Είμαστε ηλίθιες οι γυναίκες. Και οι άντρες ενίοτε, αλλά οι γυναίκες πιο πολύ. Φαίνεται και στην οδήγησή μας, νομίζουμε ότι όλα πρέπει να περιστρέφονται γύρω μας. Κι αν κάτι στο δρόμο μας μάς φέρει αντίρρηση ή παμε αυτοκτονούμε (παραλληλισμός: πέφτουμε σε κανένα δέντρο), ή πάμε και σκοτώνουμε (παραλληλισμός: πέφτουμε σε κανένα αμάξι). Θα γράψω για μας σε κανένα άλλο ποστ.

Τελοσπάντων ας μη στα πολυλογώ. Η γιαγιά εισήχθη, εξήχθη και όλα καλά. Οπότε και γω είπα την επομένη να επισκεφθώ μια κρεπερί να πάρω τις χαμένες μου δυνάμεις. Η κρεπερί ήταν σα βγαλμένη από παραμύθι, όλα τα πιάτα είχαν παραμυθένια ονόματα και όλο το ντιζάιν θύμιζε παραμυθένια σπηλιά. Αν είσαι άντρας και θέλεις να ψήσεις την κοπέλα στα πρώτα ραντεβού πηγαινέ την εκεί. Το μαγαζί είναι στη Γλυφάδα και λέγεται, guess!, “Παραμύθι”. Απλά πάρε καμιά γλυκιά κρέπα γιατί οι αλμυρές υπερπαραγωγές που πήραμε εμείς ήταν μέτριες. Υπάρχει όμως τεράστια ποικιλία, πολλές ασφαλείς και απλούστερες εναλλακτικές αν δεν είσαι λιχούδικο ον σαν εμένα και την παρέα μου (που πήραμε κρέπα με κοκινιστο κατσαρόλας!) και εν πάση περιπτώσει αξίζει αν θες μια έξοδο-happening για να παίξεις τον κόντρα ρόλο του πολιτισμένου αρσενικού. Έλα τώρα που σε προσβάλω, μεταξύ μας μιλάμε!

Την επόμενη μέρα, έχοντας χωνέψει τα παραπάνω αποφάσισα να πάω πάλι για φαγητό. Αφού κάναμε το δρομολόγιο Γαλάτσι- Γλυφάδα- Πειραιά για βόλτα καταλήξαμε κάπου ενδιάμεσα σε ένα γλυκύτατο ταβερνάκι που να φανταστείς δεν πρόσεξα τι τρώγαμε γιατί αποφασίσαμε να σφαχτούμε και από ένα σημείο και μετά μασούλαγα μηχανικά. Ποια, εγώ, που θεωρώ ότι ισορροπημένη διατροφή είναι ένα σουβλάκι στο κάθε χέρι ΣΥΝΕΧΕΙΑ! By the way, είχα πει ότι θα τα κόψω και το έκανα ως ένα βαθμό. Το κάθε-μέρα έγινε μια φορά τη βδομάδα. Δέχομαι συγχαρητήρια.

Σήμερα είπα λοιπόν να γυρίσω από τη δουλειά και να μουχλιάσω λίγο, μετά από τόσο τρέξιμο αυτές τις μέρες. Έτσι ήταν το σχέδιο. Είναι στο χαρακτήρα μου να θεωρώ μόνο το μούχλιασμα ξεκούραση. Πουχού άμα με πετάξεις σε ένα θέατρο ή ένα σινεμά, ή ακόμα κι αν μου δώσεις τρεις μέρες και 1000 ευρώ να τα κάνω ψώνια, ε όχι, δεν ξεκουράζομαι. Κουράζομαι. Πες με βλάσφημη, πες ότι ευτελίζω την έννοια της κούρασης, αλλά τα γονίδιά μου με έκαναν να γεννηθώ κουρασμένη. Τι να κάνω. Και θα συνεχίσω να “κουράζομαι” και σήμερα που λες, παρά τα σχέδια του μούχλα εαυτού μου. Θα πάμε λέει για κάνα παγωτό απόψες. Οικονομία σήμερα μετά την κρεπάλη του σουκού. Με κανένα Καραμπόλα σε παγκάκι τη βλέπω τη δουλειά. Να πάρουμε και παιχνιδάκι δώρο.

Φιλια!

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

So damn true

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

by Κική Δημουλά

ΥΓ. 78 λέξεις, ούτε ένα λεπτό για να τις διαβάσεις. Αστείο ακούγεται…

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2010

Η Πολυάννα μεγαλώνει

Πάνω από το σπίτι μου μένει ο ξάδερφός μου με τη γυναίκα του και τη δίχρονη κόρη τους. Προσωπικά, τα παιδιά τα χωρίζω σε τρεις κατηγορίες: αυτά που είναι κάτω των 3ων ετών, αυτά που είναι 3-9 και αυτά που είναι 9-13. Άνω των 13 αλλάζουμε ψυχοβιολογική κατηγορία, οπότε άστο. Οι αντίστοιχοι τίτλοι των κατηγοριών είναι γλυκούλικα, γλυκά, γαιδούρια. Έλα, μη με παρεξηγείς, τα λατεύω τα παιδιά, είναι ο μόνος λόγος που ο κόσμος αυτός είναι ακόμα όρθιος, όσο είναι τελοσπάντων. Κι αν κάποιοι άνθρωποι έχουν ακόμα ευαισθησίες, αυτές σχετίζονται πάντα με κάποιο παιδί, είτε αυτό που έχουν, είτε αυτό που τους λείπει, είτε αυτό που ποτέ δεν μπόρεσαν να αποβάλλουν κατά την εξέλιξή τους, ευτυχώς.

Η εν λόγω δίχρονη ανηψιά λοιπόν είναι η αδυναμία μου. Η νεράιδα της διπλανής πόρτας, κάτι που μόνο γι′ αυτήν θα μπορούσα να το πω. Δεν είναι ότι μου ξυπνάει μητρικά φίλτρα, έννοια σου και αυτά δεν ξυπνάνε ούτε με τα κανόνια του Ναβαρόνε μέχρι να βγάλω 2-3 ευρώ να τάχω στην τσέπη για τις πάνες. Είναι ότι μου ξυπνάει αυτό που έχω ξεχάσει να είμαι. Προχθές παρακολουθούσαμε επί είκοσι λεπτά μια πασχαλίτσα (όχι την γνωστή, την τιμωρό- πάει, έγινε θεσμός αυτή η έκφραση!!) γύρω γύρω στο μπαλκόνι, με τόσο μα τόσο ζήλο, που με συνεπήρε και μένα το παιχνίδι. Στο εικοσάλεπτο ήρθε ο πατέρας της να μου πει ότι τέλειωσε το baby sitting αλλά από κεκτημένη φόρα πήγε να πατήσει πάνω στην πασχαλίτσα (πού να τη δει κοτζάμ γαιδούρι 1,85). Η μικρή πάτησε στριγγλιά που την ακούσανε μέχρι τη Ρόδο και απέτρεψε το μοιραίο. Είναι αγγελούδια οι άνθρωποι πριν τα τρια τους χρόνια τελικά. Κάποιες άλλες φορές πάλι, κάθομαι και την κοιτάω να πεθαίνει στο γέλιο κάνοντας μυτούλες για να μου χτυπήσει το κουδούνι και τελικά να τα καταφέρνει. Και ναι, χαζεύω, μα τω Θεώ χαζεύω, με το τι με έκανε ευτυχισμένη εμένα πριν 21χρόνια. Πφφ, ignorance is a bliss.

Και όταν έρχεται η μάνα της να τη μαζέψει νιώθω τόσο κενή τα πρώτα δέκα λεπτά. Βλέπω γύρω μου την τηλεόραση να παίζει βλακείες, ανοίγω το ράδιο και μιλάνε για το γάμο της τάδε που περνάει κρίση, βλέπω ένα άρωμα στο τραπέζι ενώ πριν λίγο μύριζα το σχεδόν άγιο δέρμα ενός μωρού. Μόνο ένα ανθρώπινο πράγμα δε μου φαίνεται μάταιο, εκείνα τα δέκα πρώτα λεπτά- μια μουσική. Όσο για τα μη ανθρώπινα, ένα περίεργο σύννεφο στον ουρανό ή μια πεταλούδα πάνω σε ένα φύλλο είναι εξίσου ικανά να με επαναφέρουν, ακόμα και το πιο μικρό. Η πιο μεγάλη μαγεία είναι στα μικρά.

Έχω δει σε τοίχο γραμμένο, θα ήθελα να είμαι αυτό που ήμουν όταν ήθελα να είμαι αυτό που είμαι. Αλλά μετά σκέφτομαι μπα, βλακείες.. Όταν είσαι μικρός είσαι απλά μικρός και τίποτα άλλο. Ενώ όταν είσαι μεγάλος, είναι στο χέρι σου να είσαι και μικρός και μεγάλος ταυτόχρονα. Έρχονται κάποιες στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να τρέμει και τα μάτια μου να δακρύζουν από τα γέλια και τότε είμαι μικρή. Έρχονται όμως και κάποιες άλλες που μου δίνεται η ευκαιρία να αποκομίσω skills από τα κάτοθι αναφερόμενα (του μοναδικού ποιήματος το οποίο έχω καταφέρει να διαβάσω ολόκληρω, καθώς βαριέμαι αφόρητα την ποίηση) . Τότε είμαι μεγάλη. Τότε νιώθω ότι περνάω σε άλλη πίστα εξίσου γοητευική. Και τότε μου αρέσει πολύ η ζωη.

Αν μπορείς να κρατάς τα λογικά σου όταν όλοι γύρω σου τα δικά τους χάνουν
και για το χάσιμο αυτό το φταίξιμο σε σένα ρίχνουν.
Αν μπορείς να εμπιστευθείς τον εαυτό σου όταν όλοι σε αμφισβητούν,
αλλά και για την αμφισβήτηση αυτή , περιθώριο ν’ αφήνεις.
Αν μπορείς να περιμένεις χωρίς η αναμονή να σε κουράζει ,…
ή όταν σε συκοφαντούν να μην σ’ απασχολούν τα ψέματα,
ή όταν σε μισούν, έδαφος στο μίσος να μη δίνεις
και μόλα αυτά ούτε ιδιαίτερα καλός ούτε σοφός να δείχνεις
Αν μπορείς να ονειρεύεσαι και τα όνειρά σου αφέντες να μη βάζεις.
Αν να σκέφτεσαι μπορείς και αυτές τις σκέψεις σου στόχους να μην τις κάνεις.
Αν Θρίαμβο και Καταστροφή μπορείς να αντιμετωπίζεις
και με τον ίδιο τρόπο και στους δυό αυτούς απατεώνες να φέρεσαι,
Αν μπορείς ν’ αντέχεις να ακούς τις αλήθειες που είπες
στραβωμένες από ανθρώπους δίχως έρμα που παγίδα για χαζούς τις φτιάχνουν
ή να βλέπεις αυτά που τη ζωή σου τους έδωσες, να κοίτωνται κομμάτια γκρεμισμένα,
και πάλι εσύ να σκύβεις να τα χτίσεις με εργαλεία παλιά, φθαρμένα.
Αν μπορείς να κάνεις ένα σωρό απ’ όλα σου τα κέρδη,
και «κορόνα-γράμματα» όλα να τα παίζεις ,
και να χάνεις και απ’ την αρχή πάλι ν’ αρχίζεις
και λέξη να μην λες ποτέ για την απώλεια σου αυτή.
Αν μπορείς να επιβάλλεις στην καρδιά στα νεύρα και τη δύναμή σου
να δουλεύουν για σένα ακόμα κιόταν έχουν πια εξαντληθεί,
και να κρατιούνται, όταν το μόνο πού μέσα σου έχει μείνει
είναι η θέλησή σου που τους λέει: «Αντέξτε».
Αν μπορείς με το πλήθος να μιλάς και να κρατάς την αρετή σου
η αν με βασιλιάδες περπατάς να μην αφήνεις να χαθεί με τα απλά και ταπεινά η επαφή σου.
Αν ούτε εχθροί ούτε και φίλοι αγαπητοί μπορούν να σε πονέσουν.
Αν όλοι είναι σημαντικοί για σένα, μα κανένας πιό πολύ,
Αν μπορείς να γεμίσεις το λεπτό που τίποτα δε συγχωράει
με την αξία μιας διαδρομής εξήντα δευτερόλεπτων.
Δικιά σου είναι η Γη και ότι έχει επάνω της.
Και – ακόμα πιο πολύ – θα είσαι άνθρωπος γιε μου.

Υ.Γ Σήμερα βρέθηκα τυχαία σε μια σχολή ΑΕΙ της Αθήνας και είδα σε ένα έδρανο την παρακάτω “διακήρυξη”:

Δε θα αναφερθώ στην κορυφαίας αίγλης αισθητική μερικών ιδυμάτων εκπαίδευσης (μπετά aaaaall around). Ούτε στις αμέτρητες αφίσες που με καλούν να ψηφίσω την εκάστοτε κομματική παράταξη – με καλούν εδώ και 6 χρόνια που επισκέπτομαι τον χώρο, αφού δεν ενδιαφέρθηκε κανείς να τις ανανεώσει, άλλωστε οι εκλογές πάντα έρχονται, όπως τα Χριστούγεννα που λέει και η τζαμποδιαφήμηση.

Στην πραγματικότητα το λατρεύω το ελληνικό πανεπιστήμιο. Μάλιστα είμαι τόσο μαζόχα που ώρες ώρες νιώθω και κατάνυξη. Όσο πιο πολύ το ασοβάτιστο μπετό, όσο περισσότερες οι αφίσες της ΚΝΕ, τόσο μεγαλύτερη η κατάνυξη. Σα να είμαι στο ‘74 βρε παιδί μου, κάτι τέτοιο. Κλασσική ρομαντική-σε-άκυρα-πράγματα aphtha. Λατρεύω και τα εφόδια που δίνει το ελληνικό πανεπιστήμιο επίσης. Αν εξαιρέσεις ότι ώρες ώρες αποπροσανατολίζει τα παιδιά με το ξεζούμισμά του και επίσης περιθάλπτει κάτι ψωνισμένους καθηγητές που έγραψαν ένα άρθρο για την θέση της γυναίκας στο έργο του Βιζυηνού (τυχαίο παράδειγμα) και κάτι τρέχει στα γύφτικα ώστε να μη γυρνάνε να απαντήσουν στους φοιτητές… ε λοιπόν αν τα εξαιρέσεις αυτά μπορώ να πω ότι ω ναι, ΑΓΑΠΑΜΕ ελληνικό πανεπιστήμιο.

Στο θέμα μας όμως. Συμφωνώ με πολλά απο τα διακιώματα της διακήρυξης. Still, δε μπορώ να διανοηθώ το αίτημα νούμερο 2 . Δεν ξέρω αν είμαι η παράλογη, σπούδασα στην Αλβιώνα που το 50% της ύλης ήταν μη διδαχθείσα. Αλλά γενικά βρε παιδί, πώς θες να νοείσαι ολοκληρωμένος επιστήμονας αν δεν την ψάξεις και λίγο μόνος σου τη δουλειά; Δηλαδή αν έχεις μάθει να μετράς μέχρι το 10 και σε ρωτήσουν να δείξεις το 11 στο αριθμητήριο δε θα μπορείς; Δε λέω να του λύσεις μιγαδικό σε ολοκλήρωμα του άλλου, αλλά πας και συ και γράφεις στις απαιτήσεις ότι αρνείσαι να απαντήσεις οτιδήποτε διαφορετικό; Αν πρόκειται για ριζικά άσχετο μην το απαντήσεις και κάνε και θέμα, αν και η περίπτωση φαντάζομαι θάναι μεμονωμένη και θα πέσει επι τόπου γενική κατακραυγή. Αλλιώς αν είναι να ξεχωρίσει το 5 από το 10 ας υπάρχει και μια τραβηγμένη ερώτηση. Έχω βρεθεί σε ελληνικό αμφιθέτρο (μεγάλη και άσχετη ιστορία) με φοιτητή να καπνίζει γράφοντας και να λέει με στυλ ότι δεν απαντάει θέμα γιατί είναι πιο εξεζητημένο από αυτά που είχε πει ο καθηγητής στην τάξη. Αυτός σε λίγα χρόνια θα αυτοαποκαλείται επιστήμονας. Τζίζους όμως; Πολλή επανάσταση σε λάθος θέματα νομίζω…

Και επειδή είπαμε ΑΓΑΠΑΜΕ ελληνικό πανεπιστήμιο (κλαπ, κλαπ, κλαπ), πάρε ένα από τα λίγα ελληνικά τραγούδια που λατρεύω, videoclip του οποίου είναι γυρισμένο σε ελληνικό πανεπιστήμιο. Pay attention to the lyrics.